Open main menu

LSJ β

κτήριο

Greek Monolingual

και χτήριο, το
καθετί που είναι κτισμένο, οικοδόμημα, ιδίως μεγάλο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εὐ-κτή-ριον «εκκλησία» (< εὔχομαι), ενώ κατ' άλλους < οἰ-κτή-ριον < οἰ-κητή-ριον < οἰκῶ. Η γραφή κτίριο οφείλεται σε παρετυμολογική σύνδεση με το ρ. χτίζω και θεωρείται εσφαλμένη διότι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί παράγωγο σε -ριο < ρ. σε -ίζω].