Open main menu

LSJ β

κυμάτιον

English (LSJ)

τό, Dim. of A κῦμα 1.3, IG12.372.166, al., 42(1).102.58 (Epid., iv B.C.), SIG245 Gi68 (Delph., iv B.C.), LXX Ex.25.10(11), 23(24), Vitr.4.3.6; κ. πύξινον διπλοῦν Ph.Bel.62.12; of the volute on the Ionic capital, Vitr.4.1.7. 2 groove, Hero Aut.3.1.

German (Pape)

[Seite 1530] τό, dim. zu κῦμα, kleine Welle. – In der Baukunst eine architektonische Verzierung, Hohlleiste, Hohlkehle, Inscr. 160, 5 ff.; LXX u. a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

κῡμάτιον: τό, ὑποκορ. τοῦ κῦμα, ἀλλ’ ἐν χρήσει μόνον ἐπὶ τῆς σημασίας τοῦ κῦμα Ι. 2, Λατιν. cymatium, Συλλ. Ἐπιγρ. 160. 37 (ἴδε Böckh. σ. 284), Ἑβδ. (Ἔξ. ΚΕ΄, 11, 24)· ὁμοίως ἐπὶ ἕλικος τοῦ Ἰων. κιονοκράνου, Βιτρούβ. 4. 1, κτλ.