Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυματόθριξ

Revision as of 14:05, 23 August 2021 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "<b>πρβλ.</b>" to "πρβλ.")

Greek Monolingual

και κυμόθριξ, -άτριχος, ο
1. αυτός που έχει κυματιστά μαλλιά ή γένια
2. ο πληθ. ως ουσ. οι κυματότριχες
μια από τις τρεις κατηγορίες στις οποίες διακρίνονται οι άνθρωποι με βάση τον σχηματισμό τών μαλλιών τους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κῦμα, -α-τ-ος + -θριξ (< θρίξ), πρβλ. ουλό-θριξ, φυκό-θριξ].