Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "κυματόκλυστος"

Sophocles, Antigone, 781
(6_18)
(22)
Line 4: Line 4:
 
{{ls
 
{{ls
 
|lstext='''κυματόκλυστος''': -ον, ὁ ὑπὸ τῶν κυμάτων κλυζόμενος, Κ. Μανασσ. Χρον. σ. 82, 131.
 
|lstext='''κυματόκλυστος''': -ον, ὁ ὑπὸ τῶν κυμάτων κλυζόμενος, Κ. Μανασσ. Χρον. σ. 82, 131.
 +
}}
 +
{{grml
 +
|mltxt=[[κυματόκλυστος]], -ον (Μ)<br />αυτός που περιβρέχεται από κύματα, κυματόβρεχτος.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> [[κῦμα]], -<i>α</i>-<i>τ</i>-<i>ος</i> <span style="color: red;">+</span> -<i>κλυστος</i> (<span style="color: red;"><</span> [[κλύζω]]), <b>[[πρβλ]].</b> <i>αλί</i>-<i>κλυστος</i>, <i>ποταμό</i>-<i>κλυστος</i>].
 
}}
 
}}

Revision as of 07:26, 29 September 2017

German (Pape)

[Seite 1530] von den Wellen bespült, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

κυματόκλυστος: -ον, ὁ ὑπὸ τῶν κυμάτων κλυζόμενος, Κ. Μανασσ. Χρον. σ. 82, 131.

Greek Monolingual

κυματόκλυστος, -ον (Μ)
αυτός που περιβρέχεται από κύματα, κυματόβρεχτος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κῦμα, -α-τ-ος + -κλυστος (< κλύζω), πρβλ. αλί-κλυστος, ποταμό-κλυστος].