Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυματόκλυστος

Revision as of 07:26, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (22)
Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ → What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761

German (Pape)

[Seite 1530] von den Wellen bespült, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

κυματόκλυστος: -ον, ὁ ὑπὸ τῶν κυμάτων κλυζόμενος, Κ. Μανασσ. Χρον. σ. 82, 131.

Greek Monolingual

κυματόκλυστος, -ον (Μ)
αυτός που περιβρέχεται από κύματα, κυματόβρεχτος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κῦμα, -α-τ-ος + -κλυστος (< κλύζω), πρβλ. αλί-κλυστος, ποταμό-κλυστος].