Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυνάνθρωπος

Revision as of 06:42, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (22)
Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: κῠνάνθρωπος Medium diacritics: κυνάνθρωπος Low diacritics: κυνάνθρωπος Capitals: ΚΥΝΑΝΘΡΩΠΟΣ
Transliteration A: kynánthrōpos Transliteration B: kynanthrōpos Transliteration C: kynanthropos Beta Code: kuna/nqrwpos

English (LSJ)

ον,

   A of a dog-man, νόσος κ. a malady in which a man imagines himself to be a dog, Gal.19.719, Antioch.Astr.in Cat.Cod. Astr.7.115.

Greek (Liddell-Scott)

κῠνάνθρωπος: -ον, «σκυλλάνθρωπος», νόσος κ., καθ’ ἣν ὁ πάσχων ἄνθρωπος νομίζει ἑαυτὸν κύνα, Γαλην. 10. 502· πρβλ. λυκάνθρωπος.

Greek Monolingual

ο (AM κυνάνθρωπος, -ον)
νεοελλ.
1. ψυχοπαθής που φαντάζεται ότι είναι σκύλος
2. αναιδής σαν τον σκύλο, σκυλάνθρωπος
αρχ.
φρ. «νόσος κυνάνθρωπος» — κυνανθρωπία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κύων, κυνός + ἄνθρωπος.