Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κύκλος

Revision as of 15:07, 2 October 2019 by Spiros (talk | contribs) (2a)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: κύκλος Medium diacritics: κύκλος Low diacritics: κύκλος Capitals: ΚΥΚΛΟΣ
Transliteration A: kýklos Transliteration B: kyklos Transliteration C: kyklos Beta Code: ku/klos

English (LSJ)

ὁ (Dor. , v. infr. 11.11), also with heterocl. pl.

   A κύκλα Il., etc., v. infr.11.1, 3,9, 111.1:—ring, circle, ὅπποτέ μιν δόλιον περὶ κύκλον ἄγωσιν, of the circle which hunters draw round their game, Od.4.792; κ. δέκα χάλκεοι (concentric) circles of brass on a round shield, Il.11.33, cf. 20.280; but ἀσπίδος κύκλον λέγω the round shield itself, A.Th.489, cf. 496,591.    2 Adverbial usages, κύκλῳ in a circle or ring, round about, κ. ἁπάντῃ Od.8.278; κ. πάντῃ X.An.3.1.2; πανταχῇ D.4.9; τὸ κ. πέδον Pi.O.10(11).46; κ. περιάγειν Hdt.4.180; λίμνη… ἐργασμένη εὖ κ. Id.2.170; τρέχειν κ. Ar.Th.662; περιέπλεον αὐτοὺς κ. Th.2.84; οἱ κ. βασιλεῖς X.Cyr.7.2.23; ἡ κ. περιφορά, κίνησις, Pl.Lg.747a, Alex. Aphr.in Top.218.3: freq. with περί or words compounded there with, round about, κ. πέριξ A.Pers.368, 418; περιστῆναι κ. Hdt.1.43; βωμὸν κ. περιστῆναι A.Fr.379; ἀμφιχανὼν κ. S.Ant.118 (lyr.); περιστεφῆ κ. Id.El.895; περισταδὸν κ. E.Andr.1137; κ. περιϊέναι Pl.Phd.72b, etc.; τοῦ φλοιοῦ περιαιρεθέντος κ. Thphr.HP4.15.1; so κ. περὶ αὐτήν round about it, Hdt.1.185; περὶ τὰ δώματα κ. Id.2.62; also κύκλῳ c. acc., without περί, ἐπιστήσαντες κ. σῆμα Id.4.72; πάντα τὸν τόπον τοῦτον κ. D.4.4: c.gen., κ. τοῦ στρατοπέδου X.Cyr.4.5.5; τὰ κ. τῆς Ἀττικῆς D.18.96, cf. PFay. 110.7 (i A.D.), etc.: metaph., around or from all sides, S.Ant.241, etc.; κεντουμένη κύκλῳ ἡ ψυχή all over, Pl.Phdr. 251d; τὰ κ. the circumstances, Arist.Rh.1367b29, EN1117b2; ἡ κ. ἀπόδειξις, of arguing in a circle, Id.APo.72b17, cf. APr.57b18: with Preps., ἐν κ. S.Aj.723, Ph.356, E.Ba.653, Ar.V.432, etc.; ἅπαντες ἐν κ. Id.Eq.170, Pl.679: c. gen., E.HF926, Th.3.74; κατὰ κύκλον Emp.17.13.    II any circular body:    1 wheel, Il.23.340; in which sense the heterocl. pl. κύκλα is mostly used, 5.722, 18.375; τοὺς λίθους ἀνατιθεῖσι ἐπὶ τὰ κύκλα on the janker, IG12.350.47.    2 trencher, SIG57.32 (Milet., v B.C.), Abh.Berl.Akad.1928(6).29 (Cos), Poll.6.84.    3 place of assembly, of the ἀγορά, ἱερὸς κ. Il.18.504; ὁ κ. τοῦ Ζηνὸς τὠγοραίου Schwyzer 701 B6 (Erythrae, v B.C.); ἀγορᾶς κ. (cf. κυκλόεις) E.Or.919; of the amphitheatre, D.C.72.19.    b crowd of people standing round, ring or circle of people, κ. τυραννικός S.Aj.749; κύκλα χαλκέων ὅπλων, i.e. of armed men, dub. in Id.Fr.210.9, cf. X. Cyr.7.5.41: abs., E.Andr.1089, X.An.5.7.2 (both pl.), Diph.55.3.    c place in the ἀγορά where domestic utensils were sold, Alex.99.    4 vault of the sky, ὁ κ. τοῦ οὐρανοῦ Hdt.1.131, LXX 1 Es.4.34; πυραυγέα κ. αἰθέρος h.Hom.8.6, cf. E.Ion1147; ὁ ἄνω κ. S.Ph.815; ἐς βάθος κύκλου Ar.Av.1715; νυκτὸς αἰανὴς κ. S.Aj.672; γαλαξίας κ. the milky way, Placit.2.7.1, al., Poll.4.159; also ὁ τοῦ γάλακτος κ. Arist. Mete.345a25; πολιοῖο γάλακτος κ. Arat.511.    b μέγιστος κ. great circle, Autol.Sph.2, al.; μ. κ. τῶν ἐν τῇ σφαίρᾳ Archim.Sph.Cyl.1.30, cf. Gem.5.70; κ. ἰσημερινός, θερινός, etc., Ph.1.27; χειμερινός Gem.5.7, Cleom.1.2; ἀρκτικός, ἀνταρκτικός, Gem.5.2,9; ὁ κ. ὁ τῶν ζῳδίων Arist. Mete.343a24; ὁ ὁρίζων κ. the horizon, Id.Cael.297b34; παράλληλοι κ., of parallels of latitude, Autol.Sph.1: in pl., the zones, Stoic.2.196.    5 orb, disk of the sun and moon, ἡλίου κ. A.Pr.91, Pers.504, S.Ant.416; πανσέληνος κ. E.Ion 1155; μὴ οὐ πλήρεος ἐόντος τοῦ κύκλου (sc. τῆς σελήνης) Hdt.6.106: in pl., the heavenly bodies, IG14.2012A9 (Sulp. Max.).    6 circle or wall round a city, esp. round Athens, ὁ Ἀθηνέων κ. Hdt.1.98, cf. Th.2.13, etc.; οὐχὶ τὸν κ. τοῦ Πειραιῶς, οὐδὲ τοῦ ἄστεως D.18.300.    b circular fort, Th.6.99, al.    7 round shield, v. sub init.    8 in pl., eye-balls, eyes, S.OT1270, Ph.1354; ὀμμάτων κ. Id.Ant.974 (lyr.): rarely in sg., eye, ὁ αἰὲν ὁρῶν κ. Διός Id.OC704 (lyr.).    9 οἱ κ. τοῦ προσώπου cheeks, Hp.Morb.2.50; κύκλα παρειῆς Nonn.D.33.190, 37.412; but κύκλος μαζοῦ, poet. for μαζός, is f.l. in Tryph.34.    10 κ. ἐλαίης an olive wreath, Orph.A.325 (pl.).    11 cycle or collection of legends or poems, κύκλον ἱστορημέναν ὑπὲρ Κρήτας GDI5187.9 (Crete); esp. of the Epic cycle, ὁ ἐπικὸς κ. Ath. 7.277e, Procl. ap. Phot.Bibl.p.319 B., cf. Arist.Rh.1417a15; of the corpus of legends compiled by Dionysius Scytobrachion, Ath.11.481e, cf. Sch. Od.2.120; κ. ἐπιγραμμάτων Suid.s.v. Ἀγαθίας; cf. κυκλικός 11.    III circular motion, orbit of the heavenly bodies, κύκλον ἰέναι Pl.Ti.38d; οὐρανὸς… μιᾷ περιαγωγῇ καὶ κύκλῳ συναναχορεύει τούτοις Arist.Mu.391b18; revolution of the seasons, ἐνιαυτοῦ κ. E.Or. 1645, Ph.477; τὸν ἐνιαύσιον κ. the yearly cycle, ib.544; ἑπτὰ… ἐτῶν κ. Id.Hel.112; μυρία κύκλα ζώειν, i.e. years, AP7.575 (Leont.): hence κ. τῶν ἀνθρωπηΐων ἐστὶ πρηγμάτων human affairs revolve in cycles, Hdt.1.207; φασὶ… κύκλον εἶναι τὰ ἀνθρώπινα πράγματα Arist.Ph.223b24, al.; κ. κακῶν D.C.44.29; κύκλου ἐξέπταν, i.e. from the cycle of rebirths, Orph.Fr.32c.6.    b ἐν τοῖς κ. εἶναι to be in train, of an affair, PEleph.14.24 (iii B.C.).    2 circular dance (cf. κύκλιος), χωρεῖτε νῦν ἱερὸν ἀνὰ κ. Ar.Ra.445, cf. Simon.148.9, E.Alc.449 (lyr.).    3 in Rhet., a rounded period, περιόδου κύκλος D.H.Comp.19, cf. 22, 23.    b period which begins and ends with the same word, Hermog.Inv.4.8.    4 in Metre, a kind of anapaest, v.l. for κυκλικός in D.H.Comp.17.    IV sphere, globe, Pl.Lg.898a. [ῠ by nature, S.Ant.416, Aj.672, etc., but freq. long by position in Hom. and Trag.]

German (Pape)

[Seite 1527] ὁ, 1) der Kreis, Umkreis, das Rund, Hom. u. Folgde; οἱ δὲ γέροντες εἵατ' ἐπὶ ξεστοῖσι λίθοις ἱερῷ ἐνὶ κύκλῳ, im heiligen Ringe, d. i. auf dem runden öffentlichen Versammlungsplatze, Il. 18, 504; δόλιος κύκλος, der nachstellende Ring, den Jäger um das Wild schließen (nach Einigen vom Jagdnetze), Od. 4, 792; bes. der kreisförmige Schildrand, Il. 11, 33. 12, 297. 20, 280; so ἀσπίδος κύκλον λέγω Aesch. Spt. 471 u. σῆμα δ' οὐκ ἐπῆν κύκλῳ, war nicht auf dem Rund, dem Schilde, 573; vgl. Eur. El. 1257. – Κύκλῳ, im Kreise ringsum, Hom. u. Folgde; κύκλῳ ἁπάντῃ Od. 8, 278; ἄλλας δὲ κύκλῳ νῆσον Αἴαντος πέριξ Aesch. Pers. 360, d. i. rings um Salamis, vgl. 410 Ch. 977; so Soph. Trach. 193 u. öfter, wie in Prosa; περιάγουσι τὴν παρθένον τὴν λίμνην κύκλῳ, rings um den See, Her. 4, 182; τεθεάμεθα κύκλῳ τὴν πόλιν, wir besahen ringsum die Stadt, Xen. Cyr. 7, 5, 7; ὡςπερεὶ κύκλῳ περιιόντα Plat. Phaed. 72 b; τόπους δ' εἶναι κύκλῳ περὶ ὅλην πολλούς 111 c; Folgde; – c. gen., κύκλῳ τοῦ στρατοπέδου, rings um das Lager, Xen. Cyr. 4, 5, 5; vgl. Arist. mund. 4; Pol. 4, 21, 9; – auch ἐν κύκλῳ, wie Soph. στείχοντα γὰρ πρόσωθεν αὐτὸν ἐν κύκλῳ μαθόντες ἀμφέστησαν, Ai. 710; Phil. 356; Eur. Bacch. 652; Ar. Plut. 679; τὰς ἐν κύκλῳ περιόδους Plat. Polit. 286 e; Folgde, wie Luc. Vit. auct. 7; auch hier steht der gen. dabei, ἐν κύκλῳ δ' ῆδη κανοῦν εἵλικτο βωμοῦ Eur. Herc. Fur. 926. – 2) alles ring- oder kreisförmig Gestaltete; – a) das Rad, Il. 23, 340, u. plur. τὰ κύκλα, die Räder des Wagens, Il. 5, 722. 18, 375. – b) die Sonnenscheibe; τὸν πανόπτην κύκλον ἡλίου καλῶ Aeseh. Prom. 91, wie Pers. 496; λαμπρὸς ἡλίου κύκλος Soph. Ant. 412; ähnl. νυκτὸς αἰανὴς κύκλος, d. i. der mit Nacht bedeckte Himmel, Ai. 657; vgl. τί τὸν ἄνω λεύσσεις κύκλον Phil. 804. – c) das Auge, ὀμμάτων κύκλοις Soph. Ant. 962, u. ohne Zusatz, ὁ γὰρ ἐσαιὲν ὁρῶν κύκλος λεύσσει Διός O. C. 709, vgl. O. R. 1270. – d) vom Kreislaufe des Jahres, Eur. Or. 1645, ἑπτὰ καρπίμους ἐτῶν κύκλους Hel. 111. – e) Stadtmauer, Umkreisdes Lagers; τὸ δὲ αὐτῶν μέγιστόν ἐστι τεῖχος κατὰ τὸν Ἀθηνέων κύκλον μάλιστά κη τὸ μέγαθος Her. 1, 98; vgl. Thuc. 2, 13. 6, 98; οὐχὶ τὸν κύκλον μόνον τοῦ Πειραιῶς, οὐδὲ τοῦ ἄστεος Dem. 18, 300. – f) eine Versammlung, die sich im Kreise zusammenstellt, im Kreise sitzt; ἐκ γὰρ συνέδρου καὶ τυραννικοῦ κύκλου Κάλχας μεταναστάς Soph. Ai. 736; Eur. Andr. 1088 u. A. – Aehnlich ἐτάξαντο κύκλον τῶν νεῶν ποιήσαντες ὡς μέγιστον οἷοί τ' ἦσαν, einen Kreis von Schiffen machen, Thuc. 2, 83; Κῦρος περιστησάμενος τῶν ξυστοφόρων Περσῶν κύκλον μέγαν Xen. Cyr. 7, 5, 41. – Nach Poll. 10, 18 ein Theil des Marktes, ἵνα ἐπιπράσκετο τὰ σκεύη. – Der Kranz, ἐλαίης Orph. Arg. 327. – 3) jede Bewegung im Kreise, Kreislauf; ὁ δ' ἅλιος ἐνιαυσίῳ χρόνῳ τὸν αὑτῶ κύκλον ἐκτελεῖ Tim. Locr. 96 e; so auch A.; ähnlich κύκλος τῶν ἀνθρωπηΐων πρηγμάτων ἐστί Her. 1, 207; Sp. – In der Logik der Cirkelschluß, in der Rhetorik die abgerundeten Perioden, Rhett. – Κύκλος ἐπικός oder κύκλος schlechthin, der epische Sagenkreis, oft bei Schol. S. κυκλικός.

Greek (Liddell-Scott)

κύκλος: ἴδε ἐν τέλ., ου, ὁ, ὡσαύτως μετὰ ἑτερογενοῦς πληθ., κύκλα Ἰλ. (ἴδε κατωτ. ΙΙ. 1 καὶ 2)· (περὶ τῆς ῥίζης ἴδε ἐν λέξ. κίρκος). Ὡς καὶ νῦν, κύκλος ἢ ὁ γῦρος πράγματός τινος, ὁππότε μιν δόλιον περὶ κύκλον ἄγωσιν, ἐπὶ τοῦ κύκλου ὃν οἱ θηρευταὶ σχηματίζουσι περὶ τὸ θήραμα, τὸ θηρευτικὸν δίκτυον ὃ τοποθετοῦσι κυκλικῶς πέριξ τοῦ θηράματος, Ὀδ. Δ. 792· κύκλοι δέκα χάλκεοι, ἐκ χαλκοῦ κύκλοι ἢ γῦροι τῆς κυκλοτεροῦς ἀσπίδος, Ἰλ. Λ. 33, κτλ.· ἀλλά, ἀσπίδος κύκλον λέγω, αὐτὴν τὴν κυκλοτερῆ ἀσπίδα, Αἰσχύλ. Θήβ. 489, πρβλ. 496, 591· οὕτω, κ. Ἀρκάδος κυνῆς (κοινῶς κυκλάς), ἡ περικεφαλαία, Σοφ. Ἀποσπ. 261. 2) Ἐπιρρ. χρήσεις: κύκλῳ, γύρῳ, ὁλόγυρα, κύκλῳ ἁπάντῃ Ὀδ. Θ. 278· κ. πάντῃ Ξεν. Ἀν. 3. 1, 2· πανταχῇ Δημ. 43. 1· τὸ κύκλῳ πέδον Πινδ. Ο. 10 (11). 56· κ. περιάγειν Ἡρόδ. 4. 180· λίμνη... ἐργασμένη εὖ κ. ὁ αὐτ. 2. 170· τρέχειν κ. Ἀριστοφ. Θεσμ. 662, πρβλ. Σφ. 432· περιέπλεον αὐτοὺς κ. Θουκ. 2. 84· οἱ κ. βασιλεῖς Ξεν. Κύρ. 7. 2, 23· ἡ κ. περιφορά, κίνησις Πλάτ., κτλ. ― συχνάκις μετὰ τῆς περὶ ἢ μετὰ λέξεων συνθέτων μετ’ αὐτῆς, περὶ τὰ δώματα κ. Ἡρόδ. 2. 62· κ. πέριξ Αἰσχύλ. Πέρσ. 368. 418· περιστῆναι κ. Ἡρόδ. 1. 43, Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 407· κ. ἀμφιχανὼν Σοφ. Ἀντ. 118· περιστεφῆ κ. ὁ αὐτ. ἐν Ἠλ. 895· περισταδὸν κ. Εὐρ. Ἀνδρ. 1137· κ. περιιέναι Πλάτ. Φαίδων 72Β, κτλ.· οὕτω, κύκλῳ περὶ αὐτήν, ὁλόγυρα πέριξ αὐτῆς, Ἡρόδ. 1. 185· περὶ τὰ δώματα κ. ὁ αὐτ. 2. 62· ἀλλ’ ἔχομεν ὡσαύτως κύκλῳ μετ’ αἰτ. ἄνευ τῆς περί, κ. σῆμα ὁ αὐτ. 4. 72· ἅπαντα τὸν τόπον τοῦτον κ. Δημ. 41. 15· ὡσαύτως μετὰ γεν., κ. τοῦ στρατοπέδου Ξεν. Κύρ. 4. 5, 5· τὰ κ. τῆς Ἀττικῆς Δημ. 258. 6· ― μεταφ., ὁλόγυρα ἢ ἐξ ὅλων τῶν μερῶν, Σοφ. Ἀντ. 241, κτλ.· κύκλῳ, ὁλόγυρα, ὁλοκλήρως, Πλάτ. Φαίδων 251D· τὰ κ., αἱ περιστάσεις, Ἀριστ. Ρητ. 1. 9, 33, Ἠθ. Ν. 3. 9, 3· ἡ κύκλῳ ἀπόδειξις, ἡ ἀποτελοῦσα κύκλον, ὁ αὐτ. ἐν Ἀναλυτ. Προτ. 5, κἑξ.· ― ὡσαύτως μετὰ προθ., ἐν κ. Σοφ. Αἴ. 723, Φιλ. 356, Εὐρ., κλ.· ἅπαντες ἐν κ. Ἀριστοφ. Ἱππ. 170· Πλ. 679· μετὰ γεν., Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 926, Θουκ. 3. 74. ΙΙ. πᾶν ἔχον σχῆμα κυκλικόν: 1) τροχός, Ἰλ. Ψ. 340· καθ’ ἣν ἔννοιαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι ἐν χρήσει ὁ πληθυντ. κύκλα Α. 722., Σ. 375· πρβλ. τετράκυκλος. 2) τόπος συναθροίσεως, ἡ ἀγορά, καλουμένη ἱερὸς κ. (πρβλ. κυκλόεις) Εὐρ. Ὀρ. 919, Θουκ. 3. 74· ὡσαύτως, ἀμφιθέατρον, Δίων Κ. 72. 19· ― ἀκολούθως ὡς τὸ Λατ. corona, πλῆθος ἀνθρώπων κύκλῳ περιισταμένων, κύκλος ἀνθρώπων, κ. τυραννικὸς Σοφ. Αἴ. 749· κύκλα χαλκέων ὅπλων, ἐπὶ ἐνόπλων ἀνδρῶν, ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 731, πρβλ. Ξεν. Κύρ. 7. 5, 41· ἀπολ., Εὐρ. Ἀνδ. 1089. Ξεν. Ἀν. 5. 7, 2· ― τόπος ἐν τῇ ἀγορᾷ ἔνθα ἐπωλοῦντο σκεύη οἰκιακά, Ἄλεξ. ἐν «Καλασίριδι» 1· πρβλ. Bentley’s Correspondence, σ. 223 κἑξ. 3) ὁ θόλος τοῦ οὐρανοῦ, τὸ στερέωμα, ὁ κ. τοῦ οὐρανοῦ Ἡρόδ. 1. 131· πυραυγέα κ. αἰθέρος Ὁμ. Ὕμν. 7. 6, πρβλ. Εὐρ. Ἴωνα 1147· ὁ ἄνω κ. Σοφ. Φιλ. 815· εἰς βάθος κύκλου Ἀριστοφ. Ὄρν. 1715· νυκτὸς αἰανὴς κ. Σοφ. Αἴ. 672· γαλαξίας κ., ὁ γαλαξίας, «τοῦ παπᾶ τἄχυρο», Πολυδ. Δ΄, 159· κ. πολιοῖο γάλακτος Ἄρατ. 511· ― ἐν τῷ πληθ., αἱ ζῶναι, Ζήνων παρὰ Διογ. Λ. 7. 155. 4) ὁ δίσκος τοῦ Ἡλίου, τῆς σελήνης, ἡλίου κ. Αἰσχύλ. Πρ. 91, Πέρσ. 504, Σοφ. Ἀντ. 416· πανσέληνος κ. Εὐρ. Ἴων 1155· μὴ οὐ πλήρεος ἐόντος τοῦ κύκλου (δηλ. τῆς σελήνης) Ἡρόδ. 6. 106· ἐν τῷ πληθ., οἱ ἀστέρες, Ἑλλ. Ἐπιγρ. 618. 9. 5) ὁ περίβολος, τὸ τεῖχος πέριξ πόλεως, ἰδίως πέριξ τῶν Ἀθηνῶν, ὁ Ἀθηνέων κ. Ἡρόδ. 1. 98, Θουκ. 2. 13, κτλ· οὐχὶ τὸν κύκλον τοῦ Πειραιῶς, ὡς οὐδὲ ἄστεως Δημ. 325. 29· ἐν Πλουτ. 6. 99 φαίνεται ὅτι σημαίνει κυκλοτερὲς φρούριον, κέντρον τῶν ὀχυρωτικῶν γραμμῶν πρβλ. 6. 98, 102· ἴδε Grote H. of Gr., τόμ. 7, παράρτ. 6) κυκλικὴ ἀσπίς, ἴδε ἐν ἀρχῇ. 7) ἐν τῷ πληθ., οἱ βολβοὶ τῶν ὀφθαλμῶν, ὀφθαλμοί, Σοφ. Ο. Τ. 1270, Φιλ. 1354· κ. ὀμμάτων ὁ αὐτ. ἐν Ἀντ. 974· ― σπανίως ἐν τῷ ἑνικ., ὁ ὀφθαλμός, ὁ αἰὲν ὁρῶν κ. Διὸς ὁ αὐτ. Ο. Κ. 704. 8) οἱ κύκλοι τοῦ προσώπου, αἱ παρειαί, Ἱππ. 478. 33· κύκλα παρειῆς Νόνν. 33. 190, 37. 412· οὕτω, κύκλος μαζοῦ, ποιητ. ἀντὶ μαζός, Τρυφ. 34, ἔνθα ἴδε Wernick. 9) κ. ἐλαίης, στέφανος ἐξ ἐλαίας, Ὀρφ. Ἀργ. 327 10) συλλογὴ ποιημάτων, ἰδὶως τοῦ Ἐπικοῦ κύκλου, Ἀριστ. Ἀναλυτ. Ὑστ. 1. 12, 5, Πρόκλ. ἐν τῇ Φωτ. Βιβλ. 319. 34· κ. ἐπιγραμμάτων Σουΐδ. ἐν λεξ. Ἀγαθίας· πρβλ. κυκλικὸς Π. ΙΙΙ. κυκλικὴ κίνησις, τροχιὰ τῶν οὐρανίων σωμάτων, κύκλον ἰέναι Πλάτ. Τίμ. 38D, Ἀριστ. π. Κόσμ. 2, 2· περιοδικὴ ἐπάνοδος τῶν ὡρῶν τοῦ ἔτους, ἐνιαυτοῦ κ. Εὐρ. Ὀρ. 1645, Φοίν. 477· τὸν ἐνιαύσιον κ., τὸν τοῦ ἔτους, αὐτόθι 534· ἑπτά... ἐτῶν κ. ὁ αὐτ. ἐν Ἑλ. 112· μυρία κύκλα ζώειν, δηλ. ἔτη, Ἀνθ. Π. 575· ἐντεῦθεν ὡσαύτως, κ. τῶν ἀνθρωπηίων ἐστὶ πρηγμάτων, τὰ ἀνθρώπινα πράγματα κινοῦνται ἐν κύκλῳ, Ἡρόδ. 1. 207· φασί... κύκλον εἶναι τὰ ἀνθρώπινα πράγματα Ἀριστ. Φυσ. 4. 14, 9, κ. ἀλλ.· κ. κακῶν Δίων Κ. 44. 29. 2) χορὸς κυκλικὸς (πρβλ. κύκλιος), χωρεῖτε νῦν ἱερὸν ἀνὰ κ. Ἀριστοφ. Βάτρ. 440, Ἀνθ. Π. 13. 28. 3) ἐν τῇ λογικῇ τὸ σόφισμα τῆς διὰ κύκλου ἀποδείξεως: ― ἐν τῇ Ῥητορικῇ, περίοδος τορνευτή, στρογγύλη, Διον. Ἁλ. π. Συνθ. 19, 22, πρβλ. Λογγῖν. 40, 1. 4) ἐν τῇ Μετρικῇ εἶδος ἀναπαίστου, Διόν. Ἁλ. π. Συνθ. 17 (ἀλλ’ ἡ λέξις εἶναι ἀμφίβολος ἐνταῦθα). IV. σφαῖρα, Πλάτ. Νόμ. 898Α. (ῠ φύσει βραχύ, Σοφ. Ἀντ. 416, Αἴ. 672, κτλ., καὶ κυκλέω· ἀλλ’ ὁ Ὅμηρος ἔχει αὐτὸ θέσει μακρὸν ἐν λέξει κύκλος καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ἐξ αὐτοῦ παραγώγοις· οὕτω συχνάκις καὶ παρὰ Τραγ.).

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
pl. οἱ κύκλοι ou τὰ κύκλα;
A. cercle, rond : νεῶν THC cercle formé par des vaisseaux ; τυραννικός SOPH cercle des chefs ; ἱερός IL le cercle sacré, place pour l’assemblée ; κύκλῳ OD, ἐν κύκλῳ SOPH en rond, en cercle, alentour ; κύκλῳ ἀπάντῃ OD, κύκλῳ πάντῃ XÉN en cercle tout autour ; κύκλῳ περί τινα ou τι HDT en rond autour de qqn ou de qch ; avec le gén. : κύκλῳ τοῦ στρατοπέδου XÉN tout autour du camp ; fig. τὰ κύκλῳ ARSTT les circonstances ; adv. • κύκλῳ tout autour, càd complètement (cf. franç. rondement ou carrément);
B. p. anal.
I. tout objet circulaire, particul.
1 au pl. cercles concentriques d’airain sur un bouclier rond ; bouclier;
2 au pl. globe de l’œil ; œil, yeux ; au sg. l’œil de Zeus, càd Zeus;
3 roue;
4 cercle du soleil et de la lune;
5 voûte du ciel;
6 mur d’enceinte d’une ville;
7 lieu circulaire fortifié, au centre des lignes de circonvallation;
II. mouvement circulaire :
1 danse circulaire;
2 évolution des corps célestes ; évolution d’une année, année ; évolution des événements en gén.
Étymologie: R. Κυρ, Κυλ, être recourbé ou arrondi, avec redoubl.

English (Autenrieth)

pl. κύκλοι and κύκλα: ring, circle; δόλιος, employed by hunters for capturing game, Od. 4.792 ; ἱερός, the solemn circle of a tribunal, etc., Il. 18.504; wheel, Il. 23.340, pl., τὰ κύκλα, Ε , Il. 18.375; of the rings on the outside of a shield, or the layers which, lying one above the other and gradually diminishing in size toward the boss, made up the whole disc, Il. 11.33, Il. 20.280.

English (Slater)

κύκλος
   a wheel ποικίλαν ἴυγγα τετράκναμον Οὐλυμπόθεν ἐν ἀλύτῳ ζεύξαισα κύκλῳ μαινάδ' ὄρνιν Κυπρογένεια (P. 4.215)
   b circle φῶτας δ' δαμάσσαις διήρχετο κύκλον ὅσσᾳ βοᾷ i. e. through the circle of spectators (O. 9.93) dat. pro adv., τὸ δὲ κύκλῳ πέδον ἔθηκε δόρπου λύσιν i. e. the area round about (O. 10.46)

Spanish

círculo, órbita, anillo

Greek Monolingual

(I)
ο (AM κύκλος, Α στον πληθ. και κύκλα, τὰ)
1. κλειστή καμπύλη γραμμή της οποίας καθένα σημείο απέχει εξίσου από σημείο το οποίο περιβάλλεται από αυτήν και το οποίο καλείται κέντρο («τὸ γὰρ ἐκ τῶν ἐσχάτων ἐπὶ τὸ μέσον ἴσον ἀπέχον πάντῃ λόγος ἂν εἴη ἐκείνου ᾧπερ στρογγύλον καὶ περιφερὲς ὄνομα καὶ κύκλος», Πλάτ.)
2. η επίπεδη επιφάνεια που περιορίζεται από την κλειστή αυτή γραμμήεμβαδόν κύκλου»)
3. καθετί που έχει σχηματιστεί κυκλικά
4. στεφάνικύκλος ἐλαίης», Ορφ.)
5. στον πληθ. οι κύκλοι
οι νοητοί κύκλοι της ουράνιας σφαίρας (α. «κύκλοι οριζόντιοι» β. «κύκλοι παράλληλοι» γ. «ζωδιακός κύκλος» δ. «κύκλος ἰσημερινός», Φίλ.)
6. η κυκλοτερής κίνηση τών ουράνιων σωμάτων, η τροχιάοὐρανός... μιᾷ περιαγωγῇ καὶ κύκλῳ συναναχορεύει τούτοις», Αριστοτ.)
7. περιοδική επανάληψη φαινομένων ή καταστάσεων (α. «του κύκλου τα γυρίσματα π' ανεβοκατεβαίνου», Ερωτόκρ.
β. «κύκλος... τῶν άνθρωπηίων πρηγμάτων», Ηρόδ.)
8. σύνολο συναφών πραγμάτων ή γεγονότων (α. «κύκλος διαλέξεων» β. «Ἐπικὸς κύκλος», Αθήν.)
9. ομάδα ατόμων που αποτελούν εσωτερικά συγγενές σύνολο (α. «οι κύκλοι της αριστοκρατίας» β. «δημοσιογραφικοί κύκλοι» γ. «κυβερνητικοί κύκλοι
δ. «ἐκ γὰρ συνέδρου καὶ τυραννικοῡ κύκλου... μεταστάς», Σοφ.)
10. κυκλικός χορός («χωρεῑτε νῡν ἱερὸν ἀνὰ κύκλον», Αριστοφ.)
11. σχήμα λόγου κατά το οποίο ένα κώλο ή μια πρόταση αρχίζει και τελειώνει με την ίδια λέξη
12. φρ. α) «δόλιος κύκλος» — η καμπύλη που σχηματίζουν οι κυνηγοί γύρω από το θήραμὰ τους
β) «φαύλος κύκλος» — είδος σοφίσματος στο οποίο η αποδεικτέα πρόταση χρησιμοποιείται ως αποδεικτικός λόγος
νεοελλ.
1. ομάδα ατόμων που στρέφονται γύρω από ένα πρόσωπο (α. «οι κύκλοι του δημάρχου» β. «οι κύκλοι του πρωθυπουργού»)
2. όμιλος ατόμων που αποτελούν κοινωνική ή επαγγελματική ολότητα (α. «λογοτεχνικός κύκλος» β. «θεατρικός κύκλος»)
3. (βιοχ.) σύνολο μετασχηματισμών τους οποίους υφίσταται ένα σύστημα και οι οποίοι το επαναφέρουν στην αρχική του κατάσταση
4. φρ. α) «κύκλος εργασιών» — το σύνολο τών εσόδων ή εισπράξεων μιας επιχείρησης που προέρχονται από την παροχή υπηρεσιών ή από τις πωλήσεις που έκανε η επιχείρηση μέσα σε μια ορισμένη χρονική περίοδο, συνήθως ενός έτους
β) «οικονομικός κύκλος» — χρονική περίοδος στην εξέλιξη μιας οικονομίας κατά την οποία μετά από ένα διάστημα ανόδου και ανάπτυξης ακολουθεί ένα διάστημα ύφεσης και καχεξίας για να ακολουθήσει και πάλι ένα διάστημα ανάκαμψης και ανάπτυξης κ.ο.κ.
γ) «κύκλος ζωής»
i) το σύνολο τών σταδίων που διέρχεται ένας οργανισμός από την παραγωγή γαμετών σε μια γενεά μέχρι την παραγωγή γαμετών στην επόμενη
ii) το σύνολο τών γεγονότων που επηρεάζουν ένα άτομο από τη δημιουργία του ζυγωτού, από τον οποίο προήλθε, μέχρι τον θάνατό του
δ) (αποδιδόμενη στον Αρχιμήδη) μή μου τοὺς κύκλους τάραττε (noli turbare circulos meos)
i) μη μού χαλάς τα σχέδια
ii) μτφ. μη μέ ενοχλείς, άφησέ με στην ησυχία μου
ε) μτφ. «φαύλος κύκλος» — ανακατωσούρα, αναταραχή
μσν.
1. ανάπτυξη ενός θέματος
2. συντροφιά
3. (η γεν. ως επίρρ.) κύκλου
α) κυκλικά
β) ολόγυρα
μσν.-αρχ.
1. ο δίσκος του Ηλίου ή της Σελήνης («ἐν αἰθέρι... λαμπρὸς ἡλίου κύκλος», Σοφ.)
2. ο ουράνιος θόλος, το στερέωμα («τὸν κύκλον πάντα τοῦ οὐρανοῡ Δία καλέοντες», Ηρόδ.)
αρχ.
1. μετάλλινος δακτύλιος («ἀσπίδα θοῡριν, καλὴν ἣν πέρι μὲν κύκλοι δέκα χάλκεοι ἦσαν», Ομ. Ιλ.)
2. τροχός, ρόδα («Ἥβη δ' ἀμφ' ὀχέεσι θοῶς βάλε καμπύλα κύκλα χάλκεα», Ομ. Ιλ.)
3. οφθαλμός, μάτι
4. σφαίρα («τῶν ἐντόρνων... μίμημά τι κύκλων», Πλάτ.)
5. η περιοδική επάνοδος τών εποχών του έτους («ἐνιαυτοῦ κύκλον», Ευρ.)
6. συνέλευση, αγοράἄστυ κἀγορᾱς χραίνων κύκλον», Ευρ.)
7. αμφιθέατρο
8. περίβολος («οὐχὶ τὸν κύκλον τοῦ Πειραιῶς», Δημοσθ.)
9. τόπος στην αγορά όπου πωλούνταν οικιακά είδη
10. (ρητ.) τορνευτή περίοδος, περίοδος με καλή δομή
11. (μετρ.) είδος αναπαίστου
12. (το ουδ. πληθ. ετεροκλ.) τὰ κύκλα
τα έτη
13. (η δοτ. εν. ως επίρρ.) κύκλῳ
α) κυκλοτερώς, κυκλοειδώς, γύρω γύρω, ολόγυρα (α. «περιέπλεον αὐτοὺς κύκλῴ», Θουκ.
β. «κύκλῴ τοῦ στρατοπέδου», Ξεν.)
β) μτφ. από όλες τις πλευρές («κεντουμένη κύκλῳ ἡ ψυχή», Φιλόδ.)
14. (η δοτ. ενάρθρως) τὰ κύκλῳ
οι περιστάσεις.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. κύκλος < kwe-kwl-o-, τ. που εμφανίζει εκφραστικό αναδιπλασιασμό της ΙΕ ρίζας kwel- «στρέφω, περιστρέφομαι». To -e- ετράπη σε -u- με αφομοιωτική επίδραση του χειλικού στοιχείου (w) του χειλοϋπερωικού -kw- (πρβλ. γυνή), οπότε το -kw- προ του -u- αντιπροσωπεύθηκε ως -κ-. Η λ. συνδέεται με αρχ. ινδ. cakra-, αβεστ. čaxra-, αγγλοσαξ. hwēol (από όπου αγγλ. wheel «τροχός»), μέσ. κάτω γερμ. wēl, τοχαρ. A kukal «όχημα», αρχ. νορβ. huĕl, αρχ. πρωσ. kelan «τροχός», αρχ. σλαβ. kolo «τροχός, όχημα», και τη λ. πέλομαι. Το θ. της λ. εμφανίζεται στο ανθρωπωνύμιο Κυκλεύς (που μαρτυρείται και στη Μυκηναϊκή με τη μορφή kukereu) και στην ονομ. τών νήσων Κυκλάδες. Τη λ. δανείστηκαν διάφορες ευρωπ. γλώσσες, πρβλ. γαλλ. cycle, cyclique, και με τη μορφή συνθέτων (από τα οποία τα περισσότερα είναι επιστημονικοί όροι) τα οποία επανήλθαν στην Ελληνική (πρβλ. αγγλ. cycloplegia: κυκλοπληγία, cyclothymia: κυκλοθυμία >) και άλλα τα οποία αποτελούν αποδόσεις (πρβλ. bicycle: δίκυκλο, tricycle: τρίκυκλο).
ΠΑΡ. κυκλικός, κύκλιος, κυκλώνω (-όω/ ώ)
αρχ.
κυκλάζω, κυκλαίνω, κυκλάμινος, κυκλαμίς, κυκλάς, κυκλειών, κυκληδόν, κυκλιακός, κυκλίζω, κυκλίσκιον, κυκλίσκος, κυκλίστρια, κυκλόεις, κυκλόθι, κύκλοσε, κυκλότης, κυκλώ (κυκλέ-ω), κυκλώδης
(αρχ. μσν.) κυκλεύω, κυκλόθεν
μσν.
κυκλάριος, κυκλατός, κυκλιαίος.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) κυκλοδίωκτος, κυκλοειδής, κυκλοτερής, κυκλοφορώ
αρχ.
κυκλάνεμον, κυκλοβόρος, κυκλογραφώ, κυκλοδράκων, κυκλοέλικτος, κυκλομόλυδδος, κυκλοπόρος, κυκλοσελήνη, κυκλοσοβώ, κυκλοστρεφούμαι, κυκλοτέρμων
αρχ.-μσν.
κυκλογράφος, κυκλοφερής
μσν.
κυκλογύρισμα(ν), κυκλοδρόμημα, κυκλόπους
νεοελλ.
κυκλογράφος, κυκλοδρομώ, κυκλοκυλινδρικός, κυκλόμετρο. (Β' συνθετικό) δίκυκλος, εγκύκλιος, επίκυκλος, ημικύκλιος, παράκυκλος, πολύκυκλος, τετράκυκλος
αρχ.
αγκυλόκυκλος, ακύκλιος, αργυρόκυκλος, αυτόκυκλος, έγκυκλον, έγκυκλος, εκκεντρεπίκυκλος, εξάκυκλος, επεγκύκλιος, επικύκλιος, εύκυκλος, ημίκυκλος, ισόκυκλος, λαγαρόκυκλος, μονόκυκλος, ολόκυκλος, περίκυκλος, προκύκλιος, υποκύκλιος, υπόκυκλον, υπόκυκλος, χρυσεόκυκλος
νεοελλ.
άκυκλος, αμφίκυκλος, δίκυκλο, τρίκυκλο, τρίκυκλος, υπέρκυκλος].
(II)
κύκλος, τὸ (Μ)
περίμετρος, περιφέρεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. του κύκλος (ὁ) με αλλαγή γένους].

Greek Monotonic

κύκλος: [ῠ φύσει], -ου, ὁ, επίσης με ετερογ. πληθ. κύκλα·
I. 1. δακτύλιος, κύκλος, στρογγυλό μέρος, σε Όμηρ.· ἀσπίδος κύκλος, στρογγυλή ασπίδα, σε Αισχύλ.
2. επιρρ. χρήσεις, κύκλῳ, σε κύκλο ή δακτύλιο, γύρω, ολόγυρα, σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ., Αττ.· με γεν., κ. τοῦ στρατοπέδου, σε Ξεν. κ.λπ.
II. κάθε κυκλικό σώμα·
1. τροχός, σε Ομήρ. Ιλ.
2. τόπος συνάθροισης, ἀγορά, στο ίδ., Αττ.· έπειτα, οπως το Λατ. corona, κύκλος ανθρώπων, σε Σοφ., Ξεν.
3. θόλος ουρανού, σε Ηρόδ., Σοφ. κ.λπ.
4. τροχιά ή δίσκος του ήλιου και του φεγγαριού, σε Ηρόδ., Τραγ.
5. τείχος γύρω από μια πόλη, ιδίως, γύρω από την Αθήνα, σε Ηρόδ., Θουκ. κ.λπ.
6. κυκλική ασπίδα, βλ. ανωτ. I. I. 7. στον πληθ., κόγχες ματιών, μάτια, σε Σοφ.· σπανίως στον ενικ., μάτι, στον ίδ.
III. 1. κάθε κυκλική κίνηση, τροχιά ουράνιων σωμάτων, περιοδική επάνοδος των ωρών του έτους, περιστροφική κίνηση των εποχών, ανακύκλωση των γεγονότων, σε Ηρόδ., Ευρ.
2. κυκλικός χορός, σε Αριστοφ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κύκλος -ου, ὁ, plur. ook n. κύκλα, τά wiel ( plur. meestal κύκλα ); uitbr. concr. voor ronde voorwerpen: rond schild, ronde band, op een schild; oog, meestal plur.:; ἔπαισεν ἄρθρα τῶν αὑτοῦ κύκλων hij stak in zijn eigen oogleden Soph. OT 1270; wang; schijf, van de zon of de maan; hemelgewelf:; τὸν κύκλον πάντα τοῦ οὐρανοῦ Δία καλέοντες het gehele hemelgewelf ‘Zeus’ noemend Hdt. 1.131.2; ringmuur:; κύκλων δ ’ ἐόντων τῶν συναπάντων ἕπτα terwijl er in totaal zeven ringmuren zijn Hdt. 1.98.5; bolwerk. cirkel, kring:; ἐν κύκλῳ περιιόντες in een cirkel rondgaand Plat. Prot. 315b; kring van toehoorders:; τυραννικὸς κ. kring van vorsten Soph. Ai. 749; omsingeling:; ὁππότε μιν δόλιον περὶ κύκλον ἄγωσι wanneer zij hem (leeuw) listig omsingelen Od. 4.792; ring (van schepen):; ἐτάξαντο κύκλον τῶν νεῶν zij vormden een ring van schepen Thuc. 2.83.5; dansplaats; vergaderplaats. omloop van hemellichamen; cyclus, van seizoenen:; ἐνιαυτοῦ κύκλον gedurende de loop van het jaar Eur. Or. 1645; rondgang, van menselijke lotgevallen:. κύκλος τῶν ἀνθρωπηίων ἐστὶ πρηγμάτων er is een kringloop van menselijke lotgevallen Hdt. 1.207.2. cyclus (verzameling epische gedichten). adv. κύκλῳ rondom, in de rondte:; κύκλῳ ἁπάντῃ helemaal rondom Od. 8.278; περιάγουσι τὴν λίμνην κύκλῳ zij voeren (haar) het hele meer rond Hdt. 4.180.3; τὴν κύκλῳ ( sc. ὁδόν ) οἴκαδε πορευθῆναι langs een omweg naar huis gaan Thphr. Char. 22.9; met gen.:; κύκλῳ τοῦ στρατοπέδου rondom het hele legerkamp Xen. Cyr. 4.5.5; met περί en acc..;: περὶ τὰ δώματα κύκλῳ overal rondom hun huizen Hdt. 2.62.1; overdr.: τὰ κύκλῳ de perifere zaken Aristot. Rh. 1367b30; οὐ τὰ ἐρωτώμενα λέγουσιν, ἀλλὰ τὰ κύκλῳ zij geven geen antwoord op wat gevraagd wordt, maar draaien eromheen Aristot. Rh. 1415b24.

Russian (Dvoretsky)

κύκλος: ὁ (pl. иногда τὰ κύκλα)
1) круг, окружность (κώνου βάσις κ. ἐστίν Arst.; κύκλον κέντρῳ περιγράψαι Plut.): κ. νεῶν Thuc. корабли в круговой колонне; ἱερῷ ἐνὶ κύκλῳ Hom. в священном кругу, т. е. на площади совещаний; κ. τυραννικός Soph. круг, т. е. собрание вождей; κ. ἀγορᾶς Eur. круглая площадь (для народных собраний); κύκλῳ Hom., Her. и ἐν κύκλῳ Soph., Plat. кругом, вокруг (см. тж. κύκλῳ);
2) (pl. τὰ κύκλα) колесо (χρύσεα Hom.);
3) обруч, обод, кольцо (ἀσπίδος Aesch.): κύκλοι δέκα χάλκεοι Hom. десять медных кругов (на щите);
4) свод (αἰθέρος HH; τοῦ οὐρανοῦ Her.): ὁ ἄνω κ. Soph. небесная высь; βάθος κύκλου Arph. небесная глубь; νυκτὸς κ. Soph. ночной небосвод;
5) круг, диск (ἡλίου Aesch.): πανσέληνος κ. Eur. полная луна;
6) круговая стена, крепостные стены (Ἀθηνέων Her.; τοῦ ἄστεος Dem.);
7) (тж. ὄμματος κ. Soph.) око, глаз (τὰ πάντ᾽ ἰδόντες ἀμφ᾽ ἐμοῦ κύκλοι Soph.);
8) круговой путь, орбита: κύκλον ἰέναι Plat. двигаться по кругу;
9) круговое движение, круговорот, круговращение, цикл (κ. τῶν ἀνθρωπηΐων ἐστὶ πρηγμάτων Her.): ἐνιαυτοῦ κύκλον Eur. в течение круглого года; ἑπτὰ ἐτῶν κύκλοι Eur. семь (полных) лет; ἡ κύκλῳ καὶ ἐξ ἀλλήλων ἀπόδειξις Arst. лог. (лат. circulus in demonstrando или circulus vitiosus) порочный круг;
10) год: μυρία κύκλα ζώειν Anth. жить несчетное число лет;
11) круговая пляска, хоровод: χωρεῖν κύκλον Arph. водить хоровод;
12) (тж. κ. ἐπικός Arst.) цикл эпических сказаний (см. κυκλικοί).

Frisk Etymological English

Grammatical information: m., pl. also τὰ κύκλα (prop. collektiv.; Schwyzer 581, Schw.-Debrunner 37)
Meaning: circle, ring, wheel, also metaph. of circle-formed objects, e.g. circular place, wall round the city' (Il.).
Compounds: Many compp., e.g. κυκλο-τερής made round, round (Il.; cf. on τείρω), εὔ-κυκλος forming a beautiful circle (Il.); also in hypostases, e.g. ἐγ-κύκλ-ιος going around in a circle, general (Att. hell.; on the meaning Koller Glotta 34, 174ff.); on Κύκλ-ωψ s. v.
Derivatives: A. Substant.: 1. diminutiva κυκλ-ίσκος (medic., Ptol.), -ίσκιον (Dsc.). 2. -ίστρια f. cyclic danceress (Att. inscr.; after κιθαρίστρια a. o.). 3. κυκλά-μινος f., m. plant-name, Cyclamen graecum, Lonicera periclymenum (Thphr., Dsc.), also -αμίς (Orph.), after the circular root-knoll (Strömberg Pflanzennamen 36; formation after σησάμινος a. o.). 4. Κυκλειών, -ῶνος m. month-name (Keos, IVa; after the feast τὰ Κύκλ(ε)ια). 5. Κυκλεύς PN (Ael. ; Boßhardt Die Nom. auf -ευς 130). -- B. Adject. 1. κυκλάς f. forming a circle, also Κυκλάδες pl. as GN circle-islands (IA.), Lat. LW [loanword] cyclas name of a circular cloth; κυκλιάς f. adjunct of τυρός (AP). - 2. κύκλ-ιος circular (Att.). 3. -ικός circular, belonging to a circle (Arist.), 4. -όεις (S. in lyr., AP), 5. -ώδης (Hp.) id.; 6. κυκλ-ιαῖος turning in a circle (Att. inscr.), 7. -ιακός, τὰ κυκλιακά title of a treatise on the circle (late); 8. κυκλατός shod of horses (pap. VIp). -- C. Verbs. 1. κυκλέω turn in a circle, curround (H 332) with κύκλησις revolution (Pl.). 2. κυκλόω make circular, bend round, surround (IA.) with -ωμα rounding, round object, wheel etc. (E.; cf. Chantraine Formation 184), -ωσις surrounding (Th., X.). 3. κυκλεύω surround, go in a circle, e.g. a water-wheel, irrigate (Hp., Str., pap.) with κύκλ-ευμα water-wheel , -ευτήριον id., -ευτής watcher of a water-wheel (pap. 4. κυκλίζω turn around (Agatharch.) with -ισμός (Arist.-comm.). 5. κυκλάζει κύκλῳ περιέρχεται. 6. κυκλαίνει στρογγυλοῖ H.
Origin: IE [Indo-European] [639] *kʷe-kʷl-o- circle
Etymology: Old name of the wheel, preserved in ceveral languages: Skt. cakrá- m. n., Av. čaxra- m., Germ., e.g. OE hwēol n. (hweowol, hweogol) > NEngl. wheel, IE *kʷe-kʷl-o- (with intensive reduplication); besides with u-coloured weakening of the reduplicating vowel (because of the labiovelar, Schwyzer 296 a. 423) κύκλος and Toch. A kukāl (B kokale) wagon; further the in detail unclear Phryg. κίκλην την ἄρκτον τὸ ἄστρον H., prop. wagon (cf. Porzig Gliederung 183; not better Scherer Gestirnnamen 139). An also very old, unreduplicated and full grade formation is represented by OWNo. huel (beside hjōl = OE. hwēol), OPr. kelan, IE. *kʷélo-m n. (as ἔργον); with ο-vowel (from the collektive plural kola?; Lidén GHÅ 39: 2, 47 n. 1) OCS kolo, gen. -ese wheel, wagon. - At the basis is the verb turn, s. πέλομαι. Given the further general meaning wheel (> wagon) one may ask whether κύκλος in the meaning circle as apposed to wheel is not secondary. An original meaning turning, turner is supposed in the Baltic word for neck; Gm. Hals, e.g. Lith. kãklas (s. Fraenkel Wb. s. v.); but the word is not only semantically, but also formally deviant (IE. *kʷo-kʷl-o- ?) from the wheel-meaning.

Middle Liddell


I. a ring, circle, round, Hom.; ἀσπίδος κύκλος the round shield, Aesch.
2. Adverbial usages, κύκλῳ in a circle or ring, round about, Od., Hdt., attic; c. gen., κ. τοῦ στρατοπέδου Xen., etc.
II. any circular body:
1. a wheel, Il.
2. a place of assembly, the ἀγορά, Il., attic:—then, like Lat. corona, a ring or circle of people, Soph., Xen.
3. the vault of the sky, Hdt., Soph., etc.
4. the orb or disk of the sun and moon, Hdt., Trag.
5. the wall round a city, esp. round Athens, Hdt., Thuc., etc.
6. a round shield, v. supr. 1. 1.
7. in pl. the eye-balls, eyes, Soph.:—rarely in sg., the eye, Soph.
III. any circular motion, an orbit of the heavenly bodies, revolution of the seasons, cycle of events, Hdt., Eur.
2. a circular dance, Ar.

Frisk Etymology German

κύκλος: {kúklos}
Forms: auch τὰ κύκλα (eig. kollektivisch; Schwyzer 581, Schw.-Debrunner 37)
Grammar: m., pl.
Meaning: Kreis, Umkreis, Rad, auch übertr. auf kreis- od. radförmige Gegenstände, z.B. kreisrunde Platz, Ringmauer’ (seit Il.).
Composita : Viele Kompp., z.B. κυκλοτερής ‘rund gedrechselt od. gearbeitet, rund’ (seit Il.; vgl. zu τείρω), εὔκυκλος einen schönen Kreis bildend, schön gerundet (poet. seit Il.); auch in Hypostasen, z.B. ἐγκύκλιος im Kreise herumgehend, kreisförmig, die Reihe umgehend, allgemein (att. hell.; zur Bed. Koller Glotta 34, 174ff.); zu Κύκλωψ s. bes.
Derivative: Ableitungen: A. Substantiva: 1. Deminutiva κυκλίσκος (Mediz., Ptol.), -ίσκιον (Dsk.). 2. -ίστρια f. kyklische Chortänzerin (att. Inschr.; nach κιθαρίστρια u. a.). 3. κυκλάμινος f., m. Pflanzenname, Cyclamen graecum, Lonicera periclymenum (Thphr., Dsk.), auch -αμίς (Orph.), nach der kreisrunden Wurzelknolle (Strömberg Pflanzennamen 36; Bildung nach σησάμινος u. a.). 4. Κυκλειών, -ῶνος m. Monatsname (Keos, IVa; nach dem Fest τὰ Κύκλ(ε)ια). 5. Κυκλεύς PN (Ael.; Boßhardt Die Nom. auf -ευς 130). — B. Adjektiva. 1. κυκλάς f. einen Kreis bildend, auch Κυκλάδες pl. als ON Ringinseln (ion. att.), lat. LW cyclas N. eines Rundkleides; κυκλιάς f. Beiw. von τυρός (AP). — 2. κύκλιος kreisförmig (att. usw.). 3. -ικός kreisförmig, zum Kreis gehörig (Arist. usw.), 4. -όεις (S. in lyr., AP), 5. -ώδης (Hp.) ib.; 6. κυκλ- ιαῖος sich im Kreise drehend (att. Inschr.), 7. -ιακός, τὰ κυκλιακά Titel einer Abhandlung über den Zirkel (sp.); 8. κυκλατός mit Hufeisen beschlagen (Pap. VIp). — C. Verba. 1. κυκλέω ‘(sich) im Kreise drehen, umzingeln’ (seit H 332) mit κύκλησις Umwälzung (Pl.). 2. κυκλόω kreisförmig machen, rund biegen, umzingeln, umschlingen (ion. att.) mit -ωμα Rundung, runder Gegenstand, Rad (E. u. a.; vgl. Chantraine Formation 184), -ωσις das Umringen, Einschließen (Th., X. usw.). 3. κυκλεύω umwickeln, umzingeln, im Kreise drehen, z.B. ein Wasserschöpfrad, bewässern (Hp., Str., Pap. u. a.) mit κύκλευμα Wasserschöpfrad , -ευτήριον ib., -ευτής Wärter eines Wasserschöpfrades (Pap. 4. κυκλίζω umdrehen (Agatharch. u. a.) mit -ισμός (Arist.-Komm.). 5. κυκλάζει· κύκλῳ περιέρχεται. 6. κυκλαίνει· στρογγυλοῖ H.
Etymology : Alte Benennung des Rades, in mehreren Sprachen erhalten: aind. cakrá- m. n., aw. čaxra- m., germ., z.B. ags. hwēol n. (hweowol, hweogol) > nengl. wheel, idg. *qʷe-qʷl-o- (mit intensiver Reduplikation); daneben mit ufarbiger Schwächung des Reduplikationsvokals (wegen des Labiovelars, Schwyzer 296 u. 423) κύκλος und toch. A kukāl (B kokale) Wagen; hinzu kommt das im einzelnen unklare phryg. κίκλην· τὴν ἄρκτον τὸ ἄστρον H., eig. Wagen (vgl. Porzig Gliederung 183; nicht wahrscheinlich Scherer Gestirnnamen 139). Eine gleichfalls uralte, unreduplizierte und hochstufige Bildung ist durch awno. huĕl (neben hjōl = ags. hwēol), apreuß. kelan vertreten, idg. *qʷélo-m n. (wie ἔργον); mit ο -Vokal (aus dem kollektiven Plural kola?; Lidén GHÅ 39: 2, 47 A. 1) aksl. kolo, Gen. -ese Rad, Wagen. — Zugrunde liegt ein Verb drehen, s. πέλομαι, wo auch Lit. Angesichts der sonst durchgehenden Bedeutung Rad (> Wagen) ist zu erwägen, ob nicht bei κύκλος die Bed. Kreis gegenüber Rad sekundär ist. Eine ursprüngliche Bed. Drehung, Dreher ist in dem baltischen Wort für Hals, z.B. lit. kãklas vermutet worden (s. Fraenkel Wb. s. v. m. Lit.); das Wort weicht indessen nicht nur semantisch, sondern auch formal (idg. *qʷo-qʷl-o- ?) von den Radbezeichnungen ab.
Page 2,44-45