Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "κῦμα"

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
(22)
(5)
Line 33: Line 33:
 
{{grml
 
{{grml
 
|mltxt=το (AM κῡμα)<br /><b>1.</b> αλλεπάλληλο καμπυλωτό [[έπαρμα]] της επιφάνειας της θάλασσας ή ποταμού ή λίμνης (α. «μ' αρέσει να [[κολυμπώ]] όταν η [[θάλασσα]] έχει κύματα» β. «κύματα παφλάζοντα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης», <b>Ομ. Ιλ.</b>)<br /><b>2.</b> <b>μτφ.</b> [[πλήθος]] ανθρώπων (α. «κύματα φανατικών οπαδών τών δύο ομάδων ξεχύθηκαν στους δρόμους» β. «βοᾷ γὰρ κῡμα χερσαῑον στρατοῡ», <b>Αισχύλ.</b>)<br /><b>3.</b> (συν. στον εν.) <b>μτφ.</b> [[φυσικό]] ή κοινωνικό ή ηθικό [[φαινόμενο]], ατομικό ή κοινωνικό [[ελάττωμα]] ή [[πάθος]], [[δυστυχία]], [[επιδημία]], [[συμφορά]] [[μεγάλης]] έντασης και με επιβλαβείς [[συνήθως]] συνέπειες (α. «νέο [[κύμα]] καύσωνα προέβλεψαν οι μετεωρολόγοι» β. «[[κύμα]] απεργιών προβλέπεται για τον [[άλλο]] [[μήνα]]» γ. «[[κύμα]] αγανάκτησης γέμισε την [[ψυχή]] μας» δ. «[[κύμα]] κατακλυσμὸν φέρον νόσων», <b>Πλάτ.</b>)<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> <b>φυσ.</b> περιοδική [[διατάραξη]] ενός μέσου ή χώρου, διαδιδόμενη με ορισμένη [[ταχύτητα]], η οποία μπορεί να έχει τη [[μορφή]] ταλάντωσης τών σωματιδίων του μέσου ή περιοδικής μεταβολής της θερμοκρασίας ή της πίεσής του ή μεταβολής του ηλεκτρικού, μαγνητικού ή οποιουδήποτε μη δυναμικού πεδίου του χώρου (α. «ηχητικό [[κύμα]]» β. «ηλεκτρομαγνητικό [[κύμα]]» γ. «σεισμικό [[κύμα]]»)<br /><b>2.</b> <b>φρ.</b> α) «έχω περάσει από [[σαράντα]] κύματα» — έχω αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες, έχω συναντήσει κι έχω ξεπεράσει [[πολλά]] εμπόδια<br />β) «εκπέμπουμε σε διαφορετικά μήκη κύματος» — δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε, διαφέρουμε ριζικά<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[ανάγλυφο]] [[αυλάκι]] ή [[κοιλότητα]] που διακοσμεί την [[πρόσοψη]] οικοδομημάτων, αλλ. [[κυμάτιον]]<br /><b>2.</b> το [[έμβρυο]] που βρίσκεται στην [[κοιλιά]], [[κύημα]] («τροφὸς δέ κύματος νεοσπόρου», <b>Αισχύλ.</b>)<br /><b>3.</b> [[βλαστάρι]], φυτού και ειδ. της κράμβης<br /><b>4.</b> <b>παροιμ.</b> α) «πρὸς κῡμα [[λακτίζω]]» — [[ματαιοπονώ]] για πράγματα ή καταστάσεις που δεν αλλάζουν, <b>Ευρ.</b><br />β) «αριθμῶ τὰ κύματα» ή «κύματα μετρὼ» — [[απρακτώ]], δεν [[κάνω]] [[τίποτε]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> κυῶ.<br /><b><span style="color: brown;">ΠΑΡ.</span></b> [[κυματίζω]], [[κυμάτιο]], [[κυματόεις]], <i>κυματώ</i>, [[κυματώδης]]<br /><b>αρχ.</b><br />[[κυμάς]], [[κυματηρός]], [[κυματίας]], [[Κυμώ]]<br /><b>αρχ.-μσν.</b><br />[[κυμαίνω]]<br /><b>μσν.</b><br />[[κυματηδόν]]<br /><b>νεοελλ.</b><br /><i>κυματική</i>, [[κυματούσα]].<br /><b><span style="color: brown;">ΣΥΝΘ.</span></b> [[κυματοειδής]]<br /><b>αρχ.</b><br />[[κυματοαγής]], [[κυματοβόλος]], [[κυματοδρόμος]], [[κυματολήγη]], [[κυματοπλήξ]], [[κυματότροφος]], [[κυματοτρόφος]], [[κυματοφθόρος]], [[κυματωγή]], [[κυμοδέγμων]], [[κυμοδόκη]], [[κυμοθαλής]], [[κυμοθόη]], [[κυμόκτυπος]], [[κυμοπλήξ]], [[κυμοπόλεια]], [[κυμορρώξ]], [[κυμοτόκος]], [[κυμοτόμος]]<br /><b>μσν.</b><br />[[κυμαγωγώ]], [[κυματόκλυστος]]<br /><b>νεοελλ.</b><br />[[κυματαγωγή]], [[κυματάκι]], [[κυματανάπαλση]], [[κυματοβολή]], [[κυματογενής]], [[κυματογόνος]], [[κυματόζωστος]], [[κυματοθραύστης]], [[κυματόθριξ]] [[κυματόπλαστος]], [[κυματοφαγωμένος]]].
 
|mltxt=το (AM κῡμα)<br /><b>1.</b> αλλεπάλληλο καμπυλωτό [[έπαρμα]] της επιφάνειας της θάλασσας ή ποταμού ή λίμνης (α. «μ' αρέσει να [[κολυμπώ]] όταν η [[θάλασσα]] έχει κύματα» β. «κύματα παφλάζοντα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης», <b>Ομ. Ιλ.</b>)<br /><b>2.</b> <b>μτφ.</b> [[πλήθος]] ανθρώπων (α. «κύματα φανατικών οπαδών τών δύο ομάδων ξεχύθηκαν στους δρόμους» β. «βοᾷ γὰρ κῡμα χερσαῑον στρατοῡ», <b>Αισχύλ.</b>)<br /><b>3.</b> (συν. στον εν.) <b>μτφ.</b> [[φυσικό]] ή κοινωνικό ή ηθικό [[φαινόμενο]], ατομικό ή κοινωνικό [[ελάττωμα]] ή [[πάθος]], [[δυστυχία]], [[επιδημία]], [[συμφορά]] [[μεγάλης]] έντασης και με επιβλαβείς [[συνήθως]] συνέπειες (α. «νέο [[κύμα]] καύσωνα προέβλεψαν οι μετεωρολόγοι» β. «[[κύμα]] απεργιών προβλέπεται για τον [[άλλο]] [[μήνα]]» γ. «[[κύμα]] αγανάκτησης γέμισε την [[ψυχή]] μας» δ. «[[κύμα]] κατακλυσμὸν φέρον νόσων», <b>Πλάτ.</b>)<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> <b>φυσ.</b> περιοδική [[διατάραξη]] ενός μέσου ή χώρου, διαδιδόμενη με ορισμένη [[ταχύτητα]], η οποία μπορεί να έχει τη [[μορφή]] ταλάντωσης τών σωματιδίων του μέσου ή περιοδικής μεταβολής της θερμοκρασίας ή της πίεσής του ή μεταβολής του ηλεκτρικού, μαγνητικού ή οποιουδήποτε μη δυναμικού πεδίου του χώρου (α. «ηχητικό [[κύμα]]» β. «ηλεκτρομαγνητικό [[κύμα]]» γ. «σεισμικό [[κύμα]]»)<br /><b>2.</b> <b>φρ.</b> α) «έχω περάσει από [[σαράντα]] κύματα» — έχω αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες, έχω συναντήσει κι έχω ξεπεράσει [[πολλά]] εμπόδια<br />β) «εκπέμπουμε σε διαφορετικά μήκη κύματος» — δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε, διαφέρουμε ριζικά<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[ανάγλυφο]] [[αυλάκι]] ή [[κοιλότητα]] που διακοσμεί την [[πρόσοψη]] οικοδομημάτων, αλλ. [[κυμάτιον]]<br /><b>2.</b> το [[έμβρυο]] που βρίσκεται στην [[κοιλιά]], [[κύημα]] («τροφὸς δέ κύματος νεοσπόρου», <b>Αισχύλ.</b>)<br /><b>3.</b> [[βλαστάρι]], φυτού και ειδ. της κράμβης<br /><b>4.</b> <b>παροιμ.</b> α) «πρὸς κῡμα [[λακτίζω]]» — [[ματαιοπονώ]] για πράγματα ή καταστάσεις που δεν αλλάζουν, <b>Ευρ.</b><br />β) «αριθμῶ τὰ κύματα» ή «κύματα μετρὼ» — [[απρακτώ]], δεν [[κάνω]] [[τίποτε]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> κυῶ.<br /><b><span style="color: brown;">ΠΑΡ.</span></b> [[κυματίζω]], [[κυμάτιο]], [[κυματόεις]], <i>κυματώ</i>, [[κυματώδης]]<br /><b>αρχ.</b><br />[[κυμάς]], [[κυματηρός]], [[κυματίας]], [[Κυμώ]]<br /><b>αρχ.-μσν.</b><br />[[κυμαίνω]]<br /><b>μσν.</b><br />[[κυματηδόν]]<br /><b>νεοελλ.</b><br /><i>κυματική</i>, [[κυματούσα]].<br /><b><span style="color: brown;">ΣΥΝΘ.</span></b> [[κυματοειδής]]<br /><b>αρχ.</b><br />[[κυματοαγής]], [[κυματοβόλος]], [[κυματοδρόμος]], [[κυματολήγη]], [[κυματοπλήξ]], [[κυματότροφος]], [[κυματοτρόφος]], [[κυματοφθόρος]], [[κυματωγή]], [[κυμοδέγμων]], [[κυμοδόκη]], [[κυμοθαλής]], [[κυμοθόη]], [[κυμόκτυπος]], [[κυμοπλήξ]], [[κυμοπόλεια]], [[κυμορρώξ]], [[κυμοτόκος]], [[κυμοτόμος]]<br /><b>μσν.</b><br />[[κυμαγωγώ]], [[κυματόκλυστος]]<br /><b>νεοελλ.</b><br />[[κυματαγωγή]], [[κυματάκι]], [[κυματανάπαλση]], [[κυματοβολή]], [[κυματογενής]], [[κυματογόνος]], [[κυματόζωστος]], [[κυματοθραύστης]], [[κυματόθριξ]] [[κυματόπλαστος]], [[κυματοφαγωμένος]]].
 +
}}
 +
{{lsm
 +
|lsmtext='''κῦμα:''' -ατος, τό ([[κύω]]), οτιδήποτε εξογκωμένο (σαν «γκαστρωμένο»)· απ' όπου, <b>I. α)</b> «[[φούσκωμα]]» της θάλασσας, [[κύμα]], σε Όμηρ. κ.λπ.· περιληπτικά, ὡς τὸ [[κῦμα]] [[ἔστρωτο]], όταν το [[φούσκωμα]] είχε φύγει, σε Ηρόδ. <b>β)</b> μεταφ., λέγεται για [[πλήθος]] [[ανδρών]], σε Αισχύλ.· μεταφ., <i>κ. ἄτης</i>, <i>κακῶν</i>, <i>συμφορᾶς</i>, στον ίδ., Ευρ.<br /><b class="num">II.</b> το κυοφορούμενο στη [[μήτρα]] [[έμβρυο]], σε Αισχύλ.· λέγεται για τη γη, στον ίδ.
 
}}
 
}}

Revision as of 00:00, 31 December 2018

Full diacritics: κῦμα Medium diacritics: κῦμα Low diacritics: κύμα Capitals: ΚΥΜΑ
Transliteration A: kŷma Transliteration B: kyma Transliteration C: kyma Beta Code: ku=ma

English (LSJ)

ατος, τό, (κύω)

   A anything swollen (as if pregnant): hence,    I wave, billow, of rivers as well as the sea, in sg. and pl.; κ. θαλάσσης Il.2.209, al.; κ. ῥόοιο 21.263; κ. διϊπετέος ποταμοῖο ib.268,326; κύματ' ἐπ' ἠϊόνος κλύζεσκον 23.61; κύματ' εὐρέϊ πόντῳ βάντ' ἐπιόντα τε S.Tr.114 (lyr.): less freq. in Prose, κύματος ἐπαναχώρησις Th.3.89: collectively, ὡς τὸ κ. ἔστρωτο when the swell abated, Hdt.7.193, cf. Arist.Mete.344b35, al.    2 metaph., flood of men, κ. χερσαῖον στρατοῦ A.Th.64, cf. 114 (lyr.), 1083 (anap.).    b of the waves of adversity, etc., κ. ἄτης, κακῶν, Id.Pr.886 (anap.), Th.758 (lyr.), E.Ion 927; συμφορᾶς Id.Hipp.824; κελαινοῦ κ. μένος, of passion, A.Eu. 832; κ. κατακλυσμὸν φέρον νόσων Pl.Lg.740e.    c phrases: μάτην με κῦμ' ὅπως παρηγορῶν A.Pr.1001; πρὸς κῦμα λακτίζειν E.IT1396; ἐκ κυμάτων . . γαλήν' ὁρῶ Id.Or.279; ἐπ' ῃόνι κύματα μετρεῖν Theoc. 16.60; ἀριθμεῖν τὰ κύματα Luc.Herm.84.    3 Archit., waved moulding, cyma, Λέσβιον κ. A.Fr.78.    II from κύω (as κύημα from κυέω), foetus, embryo, νεόσπορον Id.Eu.659; γέμουσαν κύματος θεοσπόρου E.Fr.106; of the earth, κ. λαμβάνειν A.Ch.128; δισσὸν κῦμ' ἐλόχευσε τέκνων AP6.200 (Leon.).    2 young sprout of plants, Thphr.HP1.6.9; esp. of a cabbage, Gal.6.642.

German (Pape)

[Seite 1529] τό, von κύω, das Angeschwellte; – 1) die Welle, Woge; oft bei Hom. von dem bewegten Meere u. von der Brandung; κύματ' ἐπ' ἠϊονος κλύζεσκον Il. 23, 61; ἐπῶρσ' ἄνεμόν τε κακὸν καὶ κύματα μακρά Od. 5, 109, öfter, wie bei Pind. u. Tragg.; νεὼς καμούσης ποντίῳ πρὸς κύματι Aesch. Spt. 192; κύματ' ἐν εὐρέϊ πόντῳ βάντ' ἐπιόντα τε Soph. Trach. 113; ἐκ κυμάτων γὰρ αὖθις αὖ γαλήν' ὁρῶ Eur. Or. 279; in Prosa; ὡς τὸ κῦμα ἔστρωτο Her. 7, 193; κῦμα διαφεύγειν, sprichwörtlich, Plat. Rep. V, 457 b. – Auch ἀριθμεῖν τὰ κύματα, Luc. Hermot. 84. – Von Luftwellen, Plut. Pompei. 25. – Oft übtr., βοᾷ γὰρ κῦμα χερσαίου στρατοῦ Aesch. Spt. 64, die Heereswogen, wie 108. 1069; bes. von heranwogendem Unglück, στυγνῆς πρὸς κύμασιν ἄτης Prom. 888, vgl. Eum. 796 Suppl. 120; ἴδεσθέ μ' οἷον ἄρτι κῦμα φοινίας ὑπὸ ζάλης ἀμφίδρομον κυκλεῖται Soph. Ai. 344; κακῶν, συμφορᾶς κῦμα, Eur. Ion 927 Hipp. 824. Aehnl. auch Plat., ἐὰν ἐπέλθῃ ποτὲ κῦμα κατακλυσμὸν φέρον νόσων Legg. V, 740 e. – 2) wie κύημα, die Frucht im Mutterleibe, die Geburt; τροφὸς δὲ κύματος νεοσπόρου Aesch. Eum. 629, wie αὖθις τῶνδε κῦμα λαμβάνει Ch. 126, den Keim empfangen; sp. D., δισσὸν κῦμα τέκνων Leon. Tar. 3 (VI, 200); θεοῦ βαρὺ κῦμα φέρουσαν Ap. Rh. 4, 1492. Auch bei Theophr. – Nach Galen. der Keim, junger Schoß des Kohls, der wie Spargel gegessen wurde. – In der Architektonik eine Verzierung, Hohlleiste, Aesch. fr. 70. S. κυμάτιον.

Greek (Liddell-Scott)

κῦμα: τό, (κύω) πᾶν ὅτι εἶναι ἐξωγκωμένον (ὡς εἰ «ἐγκαστρωμένον»): ― ἐντεῦθεν, 1) τὸ «φούσκωμα» τῆς θαλάσσης, κῦμα, καὶ ἐπὶ ποταμῶν ὡσαύτως, καθ’ ἑνικ. καὶ πληθ., Ὅμ., κτλ., ἀλλ’ οὐχὶ συχνὸν παρὰ πεζολόγοις· κ. θαλάσσης Ἰλ. Β. 209, κ. ἀλλ.· κ. ῥόοιο Φ. 263· κ. Διιπετέος ποταμοῖο αὐτόθι 268, 326· κύματ’ ἐπ’ ἠιόνος κλύζεσκον Φ. 61· κύματ’ ἐν εὐρέϊ πόντῳ βάντ’ ἐπιόντα τε Σοφ. Τρ. 114· περιληπτικῶς, ὡς τὸ κῦμα ἔστρωτο, ὅταν τὰ κύματα εἶχον καταπέσει, Ἡρόδ. 7. 193, πρβλ. Ἀριστ. Μετεωρ. 1. 7, 12, κ. ἀλλ., καὶ ἴδε ἐπαναχώρησις. β) μεταφορ. ἐπὶ πλήθους ἀνθρώπων, κ. χερσαῑον στρατοῦ Αἰσχύλ. Θήβ. 64, πρβλ. 114, 1077. γ) παρὰ Τραγ., ὡσαύτως, μεταφ. ἐπὶ τῶν κυμάτων τῆς δυστυχίας, κτλ., κ. ἄτης, κακῶν, συμφορᾶς, κτλ., Αἰσχύλ. Πρ. 886, Θήβ. 758, Εὐρ. Ἴων 927, Ἱππ. 824· κελαινοῦ κύματος... μένος, ἐπί πάθους, Αἰσχύλ. Εὐμ. 832· κ. κατακλυσμὸν φέρον νόσων Πλάτ. Νόμ. 740Ε· πρβλ. πόντος, πέλαγος. δ) παροιμ., μάτην με κῦμ’ ὅπως παρηγορῶν Αἰσχύλ. Προμ. 1001· πρὸς κῦμα λακτίζειν Εὐρ. Ι. Τ. 1396· ἐκ κυμάτων γαλήν’ ὁρῶ ὁ αὐτ. ἐν Ὀρ. 279· ἐπ’ ᾐόνι κύματα μετρεῖν Θεόκρ. 16. 60· ἀριθμεῖν τὰ κύματα Λουκ. Ἑρμότ. 84. 2) κυματοειδής τις γλυφὴ ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν ὡς κόσμημα, Λέσβιον κ. Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 72· πρβλ. κυμάτιον, ΙΙ. ἐκ τοῦ κύω (ὡς τὸ κύημα ἐκ τοῦ κυέω), τὸ ἐν τῇ κοιλίᾳ ἔμβρυον, νεόσπορον Αἰσχύλ. Εὐμ. 659· γέμουσαν κύματος θεοσπόρου Εὐρ. Ἀποσπ. 107· ὡσαύτως ἐπὶ τῆς γῆς, κ. λαμβάνειν Αἰσχύλ. Χο. 128· δισσὸν κῦμ’ ἐλόχευσε τέκνων Ἀνθ. Π. 6. 200. 2) τὸ νέον βλάστημα τῶν φυτῶν, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 1. 6, 9· ἰδίως κράμβης, Λατ. cyma, Γαλην. 6. 365.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
litt. ce qui s’enfle, d’où
I. flot, vague :
1 p. anal. trouble violent de l’air agité comme les vagues;
2 fig. en parl. de pers. : κῦμα χερσαῖον στρατοῦ ESCHL le flot d’une armée de terre ; particul. avec idée de malheur κῦμα ἄτης ESCHL flot du malheur ; κελαινὸν κῦμα ESCHL le flot noir, càd la colère;
II. toute production :
1 fœtus;
2 fruit ou production de la terre.
Étymologie: R. Κυ, enfler, grossir ; v. κύω.

English (Autenrieth)

(κύω): wave, billow; κατὰ κῦμα, ‘with the current,’ Od. 2.429.

English (Slater)

κῡμα (κῦμα, -ατος, -α; -ατα, -άτων, -ασιν, -άτεσσιν.)
   1 wave, surge νῦν ψᾶφον ἑλισσομέναν ὁπᾷ κῦμα κατακλύσσει ῥέον (O. 10.9) ὠκυπόρους κυμάτων ῥιπὰς (P. 4.195) “χὠπόσαι ἐν θαλάσσᾳ καὶ ποταμοῖς ψάμαθοι κύμασιν ῥιπαῖς τ' ἀνέμων κλονέονται” (P. 9.48) τὸ δὲ πὰρ ποδὶ ναὸς ἑλισσόμενον αἰεὶ κυμάτων λέγεται παντὶ μάλιστα δονεῖν θυμόν (N. 6.55) νᾶα κύματος fr. 1a. 4. ἦν γὰρ (sc. Δᾶλος) τὸ πάροιθε φορητὰ κυμάτεσσιν παντοδαπῶν ἀνέμων ῥιπαῖσιν fr. 33d. 2. ἁλὸς ἐπὶ κῦμα βάντες ἦλθον ἄγγελοι (Pae. 6.100) ἄστρα τε καὶ ποταμοὶ καὶ κύματα πόντου fr. 136. met., ἀλλὰ κοινὸν γὰρ ἔρχεται κῦμ' Ἀίδα (N. 7.31)

English (Strong)

from kuo (to swell (with young), i.e. bend, curve); a billow (as bursting or toppling): wave.

English (Thayer)

κυματος, τό (from κυέῶ to swell; Curtius, § 79; from Homer down), a wave (cf. English swell), especially of the sea or of a lake: R G Tr text brackets); κύματα ἄγρια, properly, θαλάσσης added, of impulsive and restless men, tossed to and fro by their raging passions, κλύδων.)

Greek Monolingual

το (AM κῡμα)
1. αλλεπάλληλο καμπυλωτό έπαρμα της επιφάνειας της θάλασσας ή ποταμού ή λίμνης (α. «μ' αρέσει να κολυμπώ όταν η θάλασσα έχει κύματα» β. «κύματα παφλάζοντα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης», Ομ. Ιλ.)
2. μτφ. πλήθος ανθρώπων (α. «κύματα φανατικών οπαδών τών δύο ομάδων ξεχύθηκαν στους δρόμους» β. «βοᾷ γὰρ κῡμα χερσαῑον στρατοῡ», Αισχύλ.)
3. (συν. στον εν.) μτφ. φυσικό ή κοινωνικό ή ηθικό φαινόμενο, ατομικό ή κοινωνικό ελάττωμα ή πάθος, δυστυχία, επιδημία, συμφορά μεγάλης έντασης και με επιβλαβείς συνήθως συνέπειες (α. «νέο κύμα καύσωνα προέβλεψαν οι μετεωρολόγοι» β. «κύμα απεργιών προβλέπεται για τον άλλο μήνα» γ. «κύμα αγανάκτησης γέμισε την ψυχή μας» δ. «κύμα κατακλυσμὸν φέρον νόσων», Πλάτ.)
νεοελλ.
1. φυσ. περιοδική διατάραξη ενός μέσου ή χώρου, διαδιδόμενη με ορισμένη ταχύτητα, η οποία μπορεί να έχει τη μορφή ταλάντωσης τών σωματιδίων του μέσου ή περιοδικής μεταβολής της θερμοκρασίας ή της πίεσής του ή μεταβολής του ηλεκτρικού, μαγνητικού ή οποιουδήποτε μη δυναμικού πεδίου του χώρου (α. «ηχητικό κύμα» β. «ηλεκτρομαγνητικό κύμα» γ. «σεισμικό κύμα»)
2. φρ. α) «έχω περάσει από σαράντα κύματα» — έχω αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες, έχω συναντήσει κι έχω ξεπεράσει πολλά εμπόδια
β) «εκπέμπουμε σε διαφορετικά μήκη κύματος» — δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε, διαφέρουμε ριζικά
αρχ.
1. ανάγλυφο αυλάκι ή κοιλότητα που διακοσμεί την πρόσοψη οικοδομημάτων, αλλ. κυμάτιον
2. το έμβρυο που βρίσκεται στην κοιλιά, κύημα («τροφὸς δέ κύματος νεοσπόρου», Αισχύλ.)
3. βλαστάρι, φυτού και ειδ. της κράμβης
4. παροιμ. α) «πρὸς κῡμα λακτίζω» — ματαιοπονώ για πράγματα ή καταστάσεις που δεν αλλάζουν, Ευρ.
β) «αριθμῶ τὰ κύματα» ή «κύματα μετρὼ» — απρακτώ, δεν κάνω τίποτε.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κυῶ.
ΠΑΡ. κυματίζω, κυμάτιο, κυματόεις, κυματώ, κυματώδης
αρχ.
κυμάς, κυματηρός, κυματίας, Κυμώ
αρχ.-μσν.
κυμαίνω
μσν.
κυματηδόν
νεοελλ.
κυματική, κυματούσα.
ΣΥΝΘ. κυματοειδής
αρχ.
κυματοαγής, κυματοβόλος, κυματοδρόμος, κυματολήγη, κυματοπλήξ, κυματότροφος, κυματοτρόφος, κυματοφθόρος, κυματωγή, κυμοδέγμων, κυμοδόκη, κυμοθαλής, κυμοθόη, κυμόκτυπος, κυμοπλήξ, κυμοπόλεια, κυμορρώξ, κυμοτόκος, κυμοτόμος
μσν.
κυμαγωγώ, κυματόκλυστος
νεοελλ.
κυματαγωγή, κυματάκι, κυματανάπαλση, κυματοβολή, κυματογενής, κυματογόνος, κυματόζωστος, κυματοθραύστης, κυματόθριξ κυματόπλαστος, κυματοφαγωμένος].

Greek Monotonic

κῦμα: -ατος, τό (κύω), οτιδήποτε εξογκωμένο (σαν «γκαστρωμένο»)· απ' όπου, I. α) «φούσκωμα» της θάλασσας, κύμα, σε Όμηρ. κ.λπ.· περιληπτικά, ὡς τὸ κῦμα ἔστρωτο, όταν το φούσκωμα είχε φύγει, σε Ηρόδ. β) μεταφ., λέγεται για πλήθος ανδρών, σε Αισχύλ.· μεταφ., κ. ἄτης, κακῶν, συμφορᾶς, στον ίδ., Ευρ.
II. το κυοφορούμενο στη μήτρα έμβρυο, σε Αισχύλ.· λέγεται για τη γη, στον ίδ.