Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "κῦμα"

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
(13_7_2)
(6_21)
Line 12: Line 12:
 
{{pape
 
{{pape
 
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-1529.png Seite 1529]] τό, von κύω, das Angeschwellte; – 1) die<b class="b2"> Welle, Woge</b>; oft bei Hom. von dem bewegten Meere u. von der Brandung; κύματ' ἐπ' ἠϊονος κλύζεσκον Il. 23, 61; ἐπῶρσ' ἄνεμόν τε κακὸν καὶ κύματα μακρά Od. 5, 109, öfter, wie bei Pind. u. Tragg.; νεὼς καμούσης ποντίῳ πρὸς κύματι Aesch. Spt. 192; κύματ' ἐν εὐρέϊ πόντῳ βάντ' ἐπιόντα τε Soph. Trach. 113; ἐκ κυμάτων γὰρ [[αὖθις]] αὖ γαλήν' ὁρῶ Eur. Or. 279; in Prosa; ὡς τὸ [[κῦμα]] ἔστρωτο Her. 7, 193; κῦμα διαφεύγειν, sprichwörtlich, Plat. Rep. V, 457 b. – Auch ἀριθμεῖν τὰ κύματα, Luc. Hermot. 84. – Von Luftwellen, Plut. Pompei. 25. – Oft übtr., βοᾷ γὰρ [[κῦμα]] χερσαίου στρατοῦ Aesch. Spt. 64, die Heereswogen, wie 108. 1069; bes. von heranwogendem Unglück, στυγνῆς πρὸς κύμασιν ἄτης Prom. 888, vgl. Eum. 796 Suppl. 120; ἴδεσθέ μ' οἷον [[ἄρτι]] [[κῦμα]] φοινίας ὑπὸ ζάλης ἀμφίδρομον κυκλεῖται Soph. Ai. 344; κακῶν, συμφορᾶς [[κῦμα]], Eur. Ion 927 Hipp. 824. Aehnl. auch Plat., ἐὰν ἐπέλθῃ ποτὲ [[κῦμα]] κατακλυσμὸν φέρον νόσων Legg. V, 740 e. – 2) wie [[κύημα]], die <b class="b2">Frucht im Mutterleibe</b>, die Geburt; τροφὸς δὲ κύματος νεοσπόρου Aesch. Eum. 629, wie [[αὖθις]] τῶνδε [[κῦμα]] λαμβάνει Ch. 126, den Keim empfangen; sp. D., δισσὸν κῦμα τέκνων Leon. Tar. 3 (VI, 200); θεοῦ βαρὺ κῦμα φέρουσαν Ap. Rh. 4, 1492. Auch bei Theophr. – Nach Galen. der Keim, junger <b class="b2">Schoß des Kohls</b>, der wie Spargel gegessen wurde. – In der Architektonik eine Verzierung,<b class="b2"> Hohlleiste</b>, Aesch. fr. 70. S. [[κυμάτιον]].
 
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-1529.png Seite 1529]] τό, von κύω, das Angeschwellte; – 1) die<b class="b2"> Welle, Woge</b>; oft bei Hom. von dem bewegten Meere u. von der Brandung; κύματ' ἐπ' ἠϊονος κλύζεσκον Il. 23, 61; ἐπῶρσ' ἄνεμόν τε κακὸν καὶ κύματα μακρά Od. 5, 109, öfter, wie bei Pind. u. Tragg.; νεὼς καμούσης ποντίῳ πρὸς κύματι Aesch. Spt. 192; κύματ' ἐν εὐρέϊ πόντῳ βάντ' ἐπιόντα τε Soph. Trach. 113; ἐκ κυμάτων γὰρ [[αὖθις]] αὖ γαλήν' ὁρῶ Eur. Or. 279; in Prosa; ὡς τὸ [[κῦμα]] ἔστρωτο Her. 7, 193; κῦμα διαφεύγειν, sprichwörtlich, Plat. Rep. V, 457 b. – Auch ἀριθμεῖν τὰ κύματα, Luc. Hermot. 84. – Von Luftwellen, Plut. Pompei. 25. – Oft übtr., βοᾷ γὰρ [[κῦμα]] χερσαίου στρατοῦ Aesch. Spt. 64, die Heereswogen, wie 108. 1069; bes. von heranwogendem Unglück, στυγνῆς πρὸς κύμασιν ἄτης Prom. 888, vgl. Eum. 796 Suppl. 120; ἴδεσθέ μ' οἷον [[ἄρτι]] [[κῦμα]] φοινίας ὑπὸ ζάλης ἀμφίδρομον κυκλεῖται Soph. Ai. 344; κακῶν, συμφορᾶς [[κῦμα]], Eur. Ion 927 Hipp. 824. Aehnl. auch Plat., ἐὰν ἐπέλθῃ ποτὲ [[κῦμα]] κατακλυσμὸν φέρον νόσων Legg. V, 740 e. – 2) wie [[κύημα]], die <b class="b2">Frucht im Mutterleibe</b>, die Geburt; τροφὸς δὲ κύματος νεοσπόρου Aesch. Eum. 629, wie [[αὖθις]] τῶνδε [[κῦμα]] λαμβάνει Ch. 126, den Keim empfangen; sp. D., δισσὸν κῦμα τέκνων Leon. Tar. 3 (VI, 200); θεοῦ βαρὺ κῦμα φέρουσαν Ap. Rh. 4, 1492. Auch bei Theophr. – Nach Galen. der Keim, junger <b class="b2">Schoß des Kohls</b>, der wie Spargel gegessen wurde. – In der Architektonik eine Verzierung,<b class="b2"> Hohlleiste</b>, Aesch. fr. 70. S. [[κυμάτιον]].
 +
}}
 +
{{ls
 +
|lstext='''κῦμα''': τό, (κύω) πᾶν ὅτι [[εἶναι]] ἐξωγκωμένον (ὡς εἰ «ἐγκαστρωμένον»): ― [[ἐντεῦθεν]], 1) τὸ «φούσκωμα» τῆς θαλάσσης, [[κῦμα]], καὶ ἐπὶ ποταμῶν [[ὡσαύτως]], καθ’ ἑνικ. καὶ πληθ., Ὅμ., κτλ., ἀλλ’ οὐχὶ συχνὸν παρὰ πεζολόγοις· κ. θαλάσσης Ἰλ. Β. 209, κ. ἀλλ.· κ. ῥόοιο Φ. 263· κ. Διιπετέος ποταμοῖο [[αὐτόθι]] 268, 326· κύματ’ ἐπ’ ἠιόνος κλύζεσκον Φ. 61· κύματ’ ἐν εὐρέϊ πόντῳ βάντ’ ἐπιόντα τε Σοφ. Τρ. 114· περιληπτικῶς, ὡς τὸ [[κῦμα]] ἔστρωτο, [[ὅταν]] τὰ κύματα εἶχον καταπέσει, Ἡρόδ. 7. 193, πρβλ. Ἀριστ. Μετεωρ. 1. 7, 12, κ. ἀλλ., καὶ ἴδε [[ἐπαναχώρησις]]. β) μεταφορ. ἐπὶ πλήθους ἀνθρώπων, κ. χερσαῑον στρατοῦ Αἰσχύλ. Θήβ. 64, πρβλ. 114, 1077. γ) παρὰ Τραγ., [[ὡσαύτως]], μεταφ. ἐπὶ τῶν κυμάτων τῆς δυστυχίας, κτλ., κ. ἄτης, κακῶν, συμφορᾶς, κτλ., Αἰσχύλ. Πρ. 886, Θήβ. 758, Εὐρ. Ἴων 927, Ἱππ. 824· κελαινοῦ κύματος... [[μένος]], ἐπί πάθους, Αἰσχύλ. Εὐμ. 832· κ. κατακλυσμὸν φέρον νόσων Πλάτ. Νόμ. 740Ε· πρβλ. [[πόντος]], [[πέλαγος]]. δ) παροιμ., [[μάτην]] με κῦμ’ [[ὅπως]] παρηγορῶν Αἰσχύλ. Προμ. 1001· πρὸς [[κῦμα]] λακτίζειν Εὐρ. Ι. Τ. 1396· ἐκ κυμάτων γαλήν’ ὁρῶ ὁ αὐτ. ἐν Ὀρ. 279· ἐπ’ ᾐόνι κύματα μετρεῖν Θεόκρ. 16. 60· ἀριθμεῖν τὰ κύματα Λουκ. Ἑρμότ. 84. 2) [[κυματοειδής]] τις γλυφὴ ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν ὡς [[κόσμημα]], Λέσβιον κ. Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 72· πρβλ. [[κυμάτιον]], ΙΙ. ἐκ τοῦ κύω (ὡς τὸ [[κύημα]] ἐκ τοῦ [[κυέω]]), τὸ ἐν τῇ κοιλίᾳ [[ἔμβρυον]], νεόσπορον Αἰσχύλ. Εὐμ. 659· γέμουσαν κύματος θεοσπόρου Εὐρ. Ἀποσπ. 107· [[ὡσαύτως]] ἐπὶ τῆς γῆς, κ. λαμβάνειν Αἰσχύλ. Χο. 128· δισσὸν κῦμ’ ἐλόχευσε τέκνων Ἀνθ. Π. 6. 200. 2) τὸ νέον [[βλάστημα]] τῶν φυτῶν, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 1. 6, 9· ἰδίως κράμβης, Λατ. cyma, Γαλην. 6. 365.
 
}}
 
}}

Revision as of 09:31, 5 August 2017

Full diacritics: κῦμα Medium diacritics: κῦμα Low diacritics: κύμα Capitals: ΚΥΜΑ
Transliteration A: kŷma Transliteration B: kyma Transliteration C: kyma Beta Code: ku=ma

English (LSJ)

ατος, τό, (κύω)

   A anything swollen (as if pregnant): hence,    I wave, billow, of rivers as well as the sea, in sg. and pl.; κ. θαλάσσης Il.2.209, al.; κ. ῥόοιο 21.263; κ. διϊπετέος ποταμοῖο ib.268,326; κύματ' ἐπ' ἠϊόνος κλύζεσκον 23.61; κύματ' εὐρέϊ πόντῳ βάντ' ἐπιόντα τε S.Tr.114 (lyr.): less freq. in Prose, κύματος ἐπαναχώρησις Th.3.89: collectively, ὡς τὸ κ. ἔστρωτο when the swell abated, Hdt.7.193, cf. Arist.Mete.344b35, al.    2 metaph., flood of men, κ. χερσαῖον στρατοῦ A.Th.64, cf. 114 (lyr.), 1083 (anap.).    b of the waves of adversity, etc., κ. ἄτης, κακῶν, Id.Pr.886 (anap.), Th.758 (lyr.), E.Ion 927; συμφορᾶς Id.Hipp.824; κελαινοῦ κ. μένος, of passion, A.Eu. 832; κ. κατακλυσμὸν φέρον νόσων Pl.Lg.740e.    c phrases: μάτην με κῦμ' ὅπως παρηγορῶν A.Pr.1001; πρὸς κῦμα λακτίζειν E.IT1396; ἐκ κυμάτων . . γαλήν' ὁρῶ Id.Or.279; ἐπ' ῃόνι κύματα μετρεῖν Theoc. 16.60; ἀριθμεῖν τὰ κύματα Luc.Herm.84.    3 Archit., waved moulding, cyma, Λέσβιον κ. A.Fr.78.    II from κύω (as κύημα from κυέω), foetus, embryo, νεόσπορον Id.Eu.659; γέμουσαν κύματος θεοσπόρου E.Fr.106; of the earth, κ. λαμβάνειν A.Ch.128; δισσὸν κῦμ' ἐλόχευσε τέκνων AP6.200 (Leon.).    2 young sprout of plants, Thphr.HP1.6.9; esp. of a cabbage, Gal.6.642.

German (Pape)

[Seite 1529] τό, von κύω, das Angeschwellte; – 1) die Welle, Woge; oft bei Hom. von dem bewegten Meere u. von der Brandung; κύματ' ἐπ' ἠϊονος κλύζεσκον Il. 23, 61; ἐπῶρσ' ἄνεμόν τε κακὸν καὶ κύματα μακρά Od. 5, 109, öfter, wie bei Pind. u. Tragg.; νεὼς καμούσης ποντίῳ πρὸς κύματι Aesch. Spt. 192; κύματ' ἐν εὐρέϊ πόντῳ βάντ' ἐπιόντα τε Soph. Trach. 113; ἐκ κυμάτων γὰρ αὖθις αὖ γαλήν' ὁρῶ Eur. Or. 279; in Prosa; ὡς τὸ κῦμα ἔστρωτο Her. 7, 193; κῦμα διαφεύγειν, sprichwörtlich, Plat. Rep. V, 457 b. – Auch ἀριθμεῖν τὰ κύματα, Luc. Hermot. 84. – Von Luftwellen, Plut. Pompei. 25. – Oft übtr., βοᾷ γὰρ κῦμα χερσαίου στρατοῦ Aesch. Spt. 64, die Heereswogen, wie 108. 1069; bes. von heranwogendem Unglück, στυγνῆς πρὸς κύμασιν ἄτης Prom. 888, vgl. Eum. 796 Suppl. 120; ἴδεσθέ μ' οἷον ἄρτι κῦμα φοινίας ὑπὸ ζάλης ἀμφίδρομον κυκλεῖται Soph. Ai. 344; κακῶν, συμφορᾶς κῦμα, Eur. Ion 927 Hipp. 824. Aehnl. auch Plat., ἐὰν ἐπέλθῃ ποτὲ κῦμα κατακλυσμὸν φέρον νόσων Legg. V, 740 e. – 2) wie κύημα, die Frucht im Mutterleibe, die Geburt; τροφὸς δὲ κύματος νεοσπόρου Aesch. Eum. 629, wie αὖθις τῶνδε κῦμα λαμβάνει Ch. 126, den Keim empfangen; sp. D., δισσὸν κῦμα τέκνων Leon. Tar. 3 (VI, 200); θεοῦ βαρὺ κῦμα φέρουσαν Ap. Rh. 4, 1492. Auch bei Theophr. – Nach Galen. der Keim, junger Schoß des Kohls, der wie Spargel gegessen wurde. – In der Architektonik eine Verzierung, Hohlleiste, Aesch. fr. 70. S. κυμάτιον.

Greek (Liddell-Scott)

κῦμα: τό, (κύω) πᾶν ὅτι εἶναι ἐξωγκωμένον (ὡς εἰ «ἐγκαστρωμένον»): ― ἐντεῦθεν, 1) τὸ «φούσκωμα» τῆς θαλάσσης, κῦμα, καὶ ἐπὶ ποταμῶν ὡσαύτως, καθ’ ἑνικ. καὶ πληθ., Ὅμ., κτλ., ἀλλ’ οὐχὶ συχνὸν παρὰ πεζολόγοις· κ. θαλάσσης Ἰλ. Β. 209, κ. ἀλλ.· κ. ῥόοιο Φ. 263· κ. Διιπετέος ποταμοῖο αὐτόθι 268, 326· κύματ’ ἐπ’ ἠιόνος κλύζεσκον Φ. 61· κύματ’ ἐν εὐρέϊ πόντῳ βάντ’ ἐπιόντα τε Σοφ. Τρ. 114· περιληπτικῶς, ὡς τὸ κῦμα ἔστρωτο, ὅταν τὰ κύματα εἶχον καταπέσει, Ἡρόδ. 7. 193, πρβλ. Ἀριστ. Μετεωρ. 1. 7, 12, κ. ἀλλ., καὶ ἴδε ἐπαναχώρησις. β) μεταφορ. ἐπὶ πλήθους ἀνθρώπων, κ. χερσαῑον στρατοῦ Αἰσχύλ. Θήβ. 64, πρβλ. 114, 1077. γ) παρὰ Τραγ., ὡσαύτως, μεταφ. ἐπὶ τῶν κυμάτων τῆς δυστυχίας, κτλ., κ. ἄτης, κακῶν, συμφορᾶς, κτλ., Αἰσχύλ. Πρ. 886, Θήβ. 758, Εὐρ. Ἴων 927, Ἱππ. 824· κελαινοῦ κύματος... μένος, ἐπί πάθους, Αἰσχύλ. Εὐμ. 832· κ. κατακλυσμὸν φέρον νόσων Πλάτ. Νόμ. 740Ε· πρβλ. πόντος, πέλαγος. δ) παροιμ., μάτην με κῦμ’ ὅπως παρηγορῶν Αἰσχύλ. Προμ. 1001· πρὸς κῦμα λακτίζειν Εὐρ. Ι. Τ. 1396· ἐκ κυμάτων γαλήν’ ὁρῶ ὁ αὐτ. ἐν Ὀρ. 279· ἐπ’ ᾐόνι κύματα μετρεῖν Θεόκρ. 16. 60· ἀριθμεῖν τὰ κύματα Λουκ. Ἑρμότ. 84. 2) κυματοειδής τις γλυφὴ ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν ὡς κόσμημα, Λέσβιον κ. Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 72· πρβλ. κυμάτιον, ΙΙ. ἐκ τοῦ κύω (ὡς τὸ κύημα ἐκ τοῦ κυέω), τὸ ἐν τῇ κοιλίᾳ ἔμβρυον, νεόσπορον Αἰσχύλ. Εὐμ. 659· γέμουσαν κύματος θεοσπόρου Εὐρ. Ἀποσπ. 107· ὡσαύτως ἐπὶ τῆς γῆς, κ. λαμβάνειν Αἰσχύλ. Χο. 128· δισσὸν κῦμ’ ἐλόχευσε τέκνων Ἀνθ. Π. 6. 200. 2) τὸ νέον βλάστημα τῶν φυτῶν, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 1. 6, 9· ἰδίως κράμβης, Λατ. cyma, Γαλην. 6. 365.