Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λάχος

Revision as of 03:40, 10 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (1ba)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: λάχος Medium diacritics: λάχος Low diacritics: λάχος Capitals: ΛΑΧΟΣ
Transliteration A: láchos Transliteration B: lachos Transliteration C: lachos Beta Code: la/xos

English (LSJ)

[ᾰ], εος, τό, (λᾰχεῖν)

   A allotted portion:    1 lot, destiny, Thgn. 592, S.Ant.1303 (so Bothe for λέχος).    2 appointed office, A.Ch.361 (lyr.), Eu.334 (lyr.): pl., ib.310 (anap.), 347, 386 (both lyr.).    II portion obtained by lot, share, Pi.O.7.58, N.10.85, A.Eu.400, X.An. 5.3.9; ἐν τῷ τρίτῳ λ., = τὸ τρίτον or τρίτως, A.Eu.5; νυκτὸς τρίτατον λ. Mosch.2.2, cf. A.R.1.1082; ἤματος Id.3.1340.—Poet. word, used by X., and found in dialects, τῶν χρημάτων τὸ λ. IG5(2).262.20 (Mantinea, v B.C.), cf. Schwyzer289.88 (Rhodian, ii B.C.).

German (Pape)

[Seite 20] τό, Loos, Schicksal; ῥηϊδίως φέρειν ἀμφοτέρων τὸ λάχος Theogn. 592; μόριμον λάχος πιμπλάντων χεροῖν Aesch. Ch. 356, vgl. Eum. 5 (ἐν τρίτῳ λάχει, sonst immer nur im nom. u. accus.). 310, γιγνομέναισι λάχη τάδ' ἐφ' ἁμὶν ἐκράνθη 347; vgl. noch Soph. Ant. 1288, wo es conj. für λέχος ist; der durch das Loos bestimmte Antheil, ἔστι σοὶ μὲν τῶν λάχος Pind. N. 10, 85, ἔνδειξεν λάχος Ἀελίου Ol. 7, 58; τῶν αἰχμαλώτων χρημάτων λάχος μέγα Aesch. Eum. 378; auch in Prosa, παρεῖχε δὲ ἡ θεὸς τοῖς σκηνῶσιν τῶν θυομένων λάχος Xen. An. 5, 3, 9; Sp., wie Alciphr. 3, 29; – νυκτὸς ὅτε τρίτατον λάχος ἵσταται, der Theil, Mosch. 2, 2; Ap. Rh. 3, 1340.

Greek (Liddell-Scott)

λάχος: τό, (λᾰχεῖν) τὸ διὰ κλήρου ὁριζόμενον μερίδιον, Λατ. sors. Ι. τὸ ὡρισμένον ἢ προωρισμένον εἴς τινα, ὁ «κλῆρός» του ἢ μερίς του, ἢ ἡ μοῖρά τινος, Θέογν. 592, Σοφ. Ἀντ. 1303 (οὕτως ὁ Bothe ἀντὶ λέχος)· τὸ ὡρισμένον ἔργον ἢ ὑπούργημά τινος, Αἰσχύλ. Χο. 360, Εὐμ. 334· καὶ ἐν τῷ πληθ., αὐτόθι 310, 347, 386. ΙΙ. μέρος διὰ κλήρου λαμβανόμενον, «κλῆρος», μερίδιον, Πινδ. Ο. 7. 106, Ν. 10. 160, Αἰσχύλ. Εὐμ. 400, Ξεν. Ἀντ. 5. 3, 9., 6. 3, 2· ἐν τῷ τρίτῳ λάχει = τὸ τρίτον ἢ τρίτως, Αἰσχύλ. Εὐμ. 5· νυκτὸς τρίτατον λ., Μόσχ. 2. 2, πρβλ. Ἀπολλ. Ρόδ. Α. 1082. Γ. 1340. Ποιητ. λέξ. ἐν χρήσει παρὰ Ξεν.

French (Bailly abrégé)

ion. -εος, att. -ους (τό) :
lot :
1 sort, destinée;
2 part assignée par le sort;
3 fonction assignée par le sort;
4 part en gén., partie : ἐν τῷ τρίτῳ λάχει ESCHL dans la 3ᵉ assignation ; particul. division d’un corps de troupes.
Étymologie: R. Λαχ, obtenir ; v. λαγχάνω.

English (Slater)

λᾰχος
   1 allotted share ἀπεόντος δ' οὔτις ἔνδειξεν λάχος Ἀελίου (O. 7.58) “ἔστι σοι τούτων λάχος” (N. 10.85)

Greek Monolingual

λάχος, τὸ (Α)
1. αυτό που έχει προοριστεί για κάποιον, ο κλήρος, η μοίρα
2. αυτό που παίρνει κάποιος με κλήρο, το μερίδιο («τῶν αἰχμαλώτων χρημάτων λάχος μέγα», Αισχύλ.)
3. το έργο που έχει οριστεί σε κάποιον να εκτελέσει.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. λαχ- (πρβλ. -λαχ-ον, αόρ. του λαγχάνω) + κατάλ. -ος].

Greek Monotonic

λάχος: τό (λαγχάνω), μερίδιο που ορίζεται με κλήρο, Λατ. sors·
I. μερίδιο που έχει ορισθεί σε κάποιον, κλήρος, μοίρα, σε Θέογν., Σοφ.· αξίωμα ή εργασία κάποιου, σε Αισχύλ.
II. μερίδιο που λαμβάνεται με κλήρο, κλήρος, μερίδα, λαχνός, στον ίδ., Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

λάχος: εος (ᾰ) τό λαγχάνω
1) удел, судьба (κλεινόν Soph.);
2) часть, доля (τῶν αἰχμαλώτων χρημάτων Aesch.);
3) часть, отряд (τὸ τοῦ στρατηγοῦ λ. Xen.);
4) смена, очередь (ἐν τῷ τρίτῳ λάχει Aesch.).

Middle Liddell

λαγχάνω
an allotted portion, Lat. sors:
I. one's special lot, portion, destiny, Theogn., Soph.: one's appointed office, Aesch.
II. a portion obtained by lot, a lot, share, portion, Aesch., Xen.