Open main menu

LSJ β

λεβίνθιοι

English (LSJ)

Greek Monolingual

λεβίνθιοι (Α)
(κατά τον Ησύχ.) «ἐρέβινθοι».
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για προϊόν συμφυρμού τών τ. ἐρέβινθοι «ρεβίθια» και λεβηρίς (Ι) «δέρμα φιδιού»].