Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λεπτόδερμος

Revision as of 23:40, 31 December 2018 by Spiros (talk | contribs) (3)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: λεπτόδερμος Medium diacritics: λεπτόδερμος Low diacritics: λεπτόδερμος Capitals: ΛΕΠΤΟΔΕΡΜΟΣ
Transliteration A: leptódermos Transliteration B: leptodermos Transliteration C: leptodermos Beta Code: lepto/dermos

English (LSJ)

ον,

   A with thin or fine skin, Hp.Morb.2.74: Sup. -ότατος Arist.PA657b2, GA781b21.

German (Pape)

[Seite 30] dünn-, seinhäutig; ὁ ἄνθρωπος λεπτοδερμότατος, Arist. part. anim. 2, 18 u. öfter; Hippocr.

Greek (Liddell-Scott)

λεπτόδερμος: -ον, ἔχων λεπτὸν δέρμα, Ἱππ. 487· ὑπερθετ. -ότατος, Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 2. 13, 3, π. Ζ. Γενέσεως 5. 2, 9.

Greek Monolingual

-η -ο (Α λεπτόδερμος, -ον)
αυτός που έχει λεπτό δέρμα, σε αντιδιαστολή με τον παχύδερμο («φύσει λεπτοδερμότατον τῶν ζῴων... ἄνθρωπός ἐστιν», Αριστοτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < λεπτ(ο)- + -δερμος (< δέρμα), πρβλ. παχύ-δερμος).

Russian (Dvoretsky)

λεπτόδερμος: покрытый тонкой кожей, тонкокожий (ἄνθρωπος Arst.).