Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λιποθυμώ

Revision as of 07:33, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (23)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

-άω και -έω (AM λιποθυμῶ, -έω)
υφίσταμαι λιποθυμία
νεοελλ.
(η μτχ. παθ. παρακμ.) λιποθυμισμένος, -η, -ο
α) λιπόθυμος
β) μτφ. (για ήχο) πολύ σιγανός, ξεψυχισμένος («ανάκουστος κελαϊδισμός και λιποθυμισμένος», Σολωμ.)
μσν.
μένω άπνους, νεκρός, πεθαίνω
αρχ.
αποθαρρύνομαι, απελπίζομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. θα παραγόταν κανονικά από τ. λιπόθυμος (< λιπο· + θυμός), ο οποίος όμως είναι νεώτερος].