Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λύση

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

η (AM λύσις, -έως, Α ιων. γεν. -ιος)
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του λύνω, λύσιμο, αποδέσμευση, αποσύνδεση
2. η εύρεση του ζητουμένου σε κάποιο πρόβλημα ή αίνιγμα ή η εξήγηση ακατανόητου φαινομένου (α. «λύση του μυστηρίου» β. «λύση προβλήματος» γ. «ἔχει τινὰ λύσιν πρὸς ταύτην τὴν ἀπορίαν ὅτι...», Αριστοτ.)
3. το τμήμα της τραγωδίας από την ολοκλήρωση της «περιπέτειας» ώς το τέλος, η έκβαση μιας περίπλοκης κατάστασης σε θεατρικό έργο, μυθιστόρημα κ.λπ. («ἔστι δὲ πάσης τραγῳδίας τὸ μὲν δέσις, τὸ δὲ λύσις», Αριστοτ.)
4. διάλυση ηθικού ή υλικού δεσμού, τερματισμός ή ακύρωση (α. «λύση γάμου» β. «λύση πολιορκίας» γ. «λύση όρκου»)
νεοελλ.
1. αποσυναρμολόγηση ενός όλου στα μέρη από τα οποία αποτελείται, διάλυσηλύση της συσκευής»)
2. διευθέτηση, διακανονισμός, επίλυση («οι Έλληνες απαιτούν μια δίκαιη λύση του Κυπριακού»)
3. ιατρ. η βαθμιαία πτώση της θερμομετρικής καμπύλης σε περιπτώσεις λοιμωδών νοσημάτων, η οποία ακολουθείται από την ίαση
4. (φυσιολ.-παθολ.) η καταστροφή οργανικών στοιχείων υπό την επίδραση φυσικών, χημικών ή βιολογικών παραγόντων («μικροβιακή λύση»)
5. (βιοχ.) η φυσικοχημική δράση που ασκείται από διάφορα ένζυμα σε μεγαλομοριακές ενώσεις και έχει ως αποτέλεσμα την κατάτμησή τους σε πιο μικρά μόρια, καθιστώντας τις έτσι διαλυτές στο νερό
6. η διακοπή της συνέχειας ενός ιστού («λύση συνεχείας του δέρματος»)
7. μαθ. α) η διαδικασία για τον προσδιορισμό ενός αποτελέσματος, που μπορεί να έχει τη μορφή ενός αριθμού, μιας συνάρτησης ή μιας έκφρασης και που είναι συνέπεια τών προϋποθέσεων ενός μαθηματικού προβλήματος («λύση γραμμικού συστήματος με τη μέθοδο του Κράμερ»)
β) το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής («η λύση είναι 3»)
μσν.
1. εξόφληση δανείου
2. έγγραφο που γνωστοποιούσε την αυτοκρατορική θέληση
3. φρ. α) «ἔχω λύσιν» — είμαι ελεύθερος
β) «λαμβάνω λύσιν»
i) (με απρμφ.) αποφασίζω
ii) (με γεν. αντικ.) απαλλάσσομαι
μσν.-αρχ.
1. απελευθέρωση («εἰς μὲν λύσιν τοῦ σώματος ἔδωκα τὸ ἀργύριον ἐκ τῶν πολεμίων», Λυσ.)
2. λύτρωση, εξιλέωση, εξαγνισμός («λύσεις τε καὶ καθαρμοὶ ἀδικημάτων», Πλάτ.)
3. αποχωρισμόςλύσις καὶ χωρισμὸς ψυχής ἀπὸ σώματος», Πλάτ.)
αρχ.
1. απαλλαγή («θανάτου λύσιν», Ομ. Οδ.)
2. εξαγορά από υποθήκη ή από ενέχυρο
3. απαλλαγή από οικονομική υποχρέωση
4. διάλυση («νόμων λύσιν ἢ πολιτείας», Αριστοτ.)
5. κένωση («ἡ λύσις τῶν κοιλιῶν», Αριστοτ.)
6. εκπομπή σπέρματος
7. (για πυρετό) πτώση
8. θεραπεία, ίαση
9. μαλθακότητα
10. ανασκευή επιχειρήματος
11. μετρίαση μιας ισχυρής έκφρασης
12. διάλυση ενός φωνήεντος σε δύο, όπως π.χ. ἥλιος, ἠέλιος
13. χαλαρή σύνθεση σε γραπτό λόγο, ειδικότερα το ασύνδετο
14. (στη μετρική) διάλυση ενός μακρού σε δύο βραχέα, χρησιμοποίηση δύο βραχειών συλλαβών σε θέση του ιαμβικού τριμέτρου, όπου συνήθως χρησιμοποιείται μακρά συλλαβή
15. διαζύγιο («δέδεσαι γυναικὶ μὴ ζήτει λύσιν», ΚΔ)
16. φρ. α) «βίου λύσις» — θάνατος
2. «δόρπου λύσις» — τόπος κατάλληλος για συμπόσιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λύ-σις < θ. λυ- του λύω + κατάλ. -σις (πρβλ. δέ-σις)].