Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μάλλον

Revision as of 12:40, 15 February 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "τοῡ" to "τοῦ")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

(AM μᾱλλον, Α ιων. τ. μάλιον, δωρ. τ. μαλλότερον)
επίρρ.
1. πιο πολύ, σε μεγαλύτερο βαθμό, περισσότερο («μᾱλλον τοῦ ξυμφέροντος» — περισσότερο από όσο συμφέρει, Αντιφ.)
2. προτιμότερο, καλύτερα, κάλλιο («οὐ πώποτ' ἔργου μᾱλλον εἱλόμην λόγους», Ευρ.)
3. φρ. α) «επί μάλλον καί μάλλον» — κατά ανιούσα κλίμακα, όλο και πιο πολύ, διαρκώς και περισσότερο
β) «μάλλον δε» ή «ή μάλλον»
(με επανορθωτική σημ.) ή καλύτερα, για να πω καλύτερα (α. «μέ άκουσε ή μάλλον πρόσεξε καλά αυτά που είπα» β. «ἀλλὰ καὶ τούτων πολλοί, μᾱλλον δὲ πάντες», Δημοσθ.)
νεοελλ.
1. κάπως, σε κάποιο βαθμό («το νερό της θάλασσας είναι μάλλον κρύο σήμερα»)
2. πολλές φορές με θετικό βαθμό επιθέτου για δήλωση συγκριτικού βαθμού («μάλλον δυστυχής»)
4. φρ. «κατά το μάλλον ή ήττον» — κατά προσέγγιση, πάνω-κάτω
νεοελλ.-μσν.
πιθανώςμάλλον θα τά καταφέρει».)
αρχ.
1. υπερβολικά, σφόδρα («φίλει δὲ με κηρόθι μᾱλλον», Ομ. Οδ.)
2. φρ. α) «παντὸς μᾱλλον» — βεβαιότατα
β) «οὐδὲν μᾱλλον» — καθόλου περισσότερο
γ) «τὸ μᾱλλον καὶ ἧττον» — σχήμα συλλογισμού το οποίο σήμερα καλείται «το κατά ισχυρότερο λόγο».
[ΕΤΥΜΟΛ. Για ετυμολ. βλ. λ. μάλα.