Open main menu

LSJ β

μαξιλαρομάννα

Greek Monolingual

η
μεγάλο μαξιλάρι που πιάνει όλο το πλάτος του κρεβατιού, αλλ. μαξιλάρα, προσκεφαλάδα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μαξιλάρι + -μάννα].