Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μερίδιο

Revision as of 07:37, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (24)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ -> What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761

Greek Monolingual

το (ΑM μερίδιον, Μ και ἱμερίδι[ν] και μερίδι[ν])
μικρό μέρος, μικρή μερίδα
νεοελλ.-μσν.
μερίδα, μερτικό, το μέρος που αναλογεί σε κάποιον («πήρε μεγάλο μερίδιο από την κληρονομιά κι έτσι ζει πλουσιοπάροχα»)
μσν.
1. ομάδα, κατηγορία πληθυσμού
2. τμήμα στρατού
3. φρ. «κρατῶ μερίδι κάποιου» — είμαι με το μέρος κάποιου, τον υποστηρίζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μερίδ-ιον, υποκορ. του μερίς, -ίδος].