Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μετατοπίζω

Revision as of 07:38, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (25)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

μετατοπίζω)
μεταφέρω κάτι από έναν τόπο σε άλλο, μετακινώπρέπει να μετατοπίσεις τα έπιπλα του σαλονιού»)
μσν.
1. εκτοπίζω
2. μετοικίζω
3. (αμτβ.) αλλάζω τόπο διαμονής, μετοικώ
4. μτφ. αλλάζω στάση ή συμπεριφορά
5. μτφ. αναστατώνομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. από τη φρ. μετὰ τόπον (πρβλ. και κατατοπίζω < κατὰ τόπον].