Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μηχανογράφος

Revision as of 07:39, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (25)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: μηχᾰνογράφος Medium diacritics: μηχανογράφος Low diacritics: μηχανογράφος Capitals: ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΟΣ
Transliteration A: mēchanográphos Transliteration B: mēchanographos Transliteration C: michanografos Beta Code: mhxanogra/fos

English (LSJ)

ὁ,

   A writer on military engineering, Tz.H.2.152.

German (Pape)

[Seite 181] der über Maschinen schreibt, Tzetz.

Greek (Liddell-Scott)

μηχανογράφος: ὁ, ὁ περὶ μηχανῶν γράφων, Τζέτζ. Ἱστ. 2, 152.

Greek Monolingual

ο (Μ μηχανογράφος)
νεοελλ.
υπάλληλος ειδικευμένος στην καταγραφή πληροφοριών σε ειδικές καρτέλες με τη βοήθεια διατρητικών μηχανών
μσν.
αυτός που γράφει σχετικά με τις στρατιωτικές μηχανές.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μηχανή + -γράφος (< γράφω)].