Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μηχανογράφος

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Full diacritics: μηχᾰνογράφος Medium diacritics: μηχανογράφος Low diacritics: μηχανογράφος Capitals: ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΟΣ
Transliteration A: mēchanográphos Transliteration B: mēchanographos Transliteration C: michanografos Beta Code: mhxanogra/fos

English (LSJ)

ὁ,

   A writer on military engineering, Tz.H.2.152.

German (Pape)

[Seite 181] der über Maschinen schreibt, Tzetz.

Greek (Liddell-Scott)

μηχανογράφος: ὁ, ὁ περὶ μηχανῶν γράφων, Τζέτζ. Ἱστ. 2, 152.

Greek Monolingual

ο (Μ μηχανογράφος)
νεοελλ.
υπάλληλος ειδικευμένος στην καταγραφή πληροφοριών σε ειδικές καρτέλες με τη βοήθεια διατρητικών μηχανών
μσν.
αυτός που γράφει σχετικά με τις στρατιωτικές μηχανές.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μηχανή + -γράφος (< γράφω)].