Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μηχανώμαι

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

(ΑΜ μηχανῶμαι, -άομαι, Μ και μηχανοῡμαι, -έομαι, Α και ενεργ. μηχανῶ, -άω) μηχανή
1. επινοώ, εφευρίσκω
2. επινοώ κάτι με πανουργία, τεχνάζομαι
αρχ.
1. κατασκευάζω ή οικοδομώ κάτι με τέχνη («οἳ ἄρα δὴ τάδε τείχεα μηχανόωντο», Ομ. Ιλ.)
2. επινοώ, πράττω κάτι με επιτήδειο τρόπο για έναν σκοπό
3. παρασκευάζω, ετοιμάζω
4. προξενώ ή φέρω αποτέλεσμα («ἀπὸ τοῦ ὠκεανοῡ ῥέοντα αὐτὸν ταῡτα μηχανᾱσθαι», Ηρόδ.)
5. επιδιώκω να γίνει κάτι με κατάλληλο τρόπο
6. προμηθεύω στον εαυτό μου.