Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μιλός

Revision as of 04:05, 3 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (2)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

μιλ(λ)ός, -ή, -ον (α)
(κατά τον Ησύχ.) «βραδύς».
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για επίθ. της καθημερινής γλώσσας τών αρχαίων που δεν απαντά σε λογοτεχνικά κείμεναεκτός ίσως από κωμωδίες— και διατηρήθηκε για να χρησιμοποιηθεί ως ερμήνευμα σε γλωσσάρια (πρβλ. «αργός
μιλός, βραδύς»). Πάντως πρόκειται για αρχαίο τ., όπως αποδεικνύει και το ανθρωπωνύμιο Μίλων. Η απόπειρα να συνδεθεί με το μῖλαξ (II) «νεαρός άνδρας» (πρβλ. ανθρωπωνύμιο Μίλλαξ) προσκρούει σε σημασιολογικές δυσχέρειες].

Etymological

Grammatical information: adj.
Meaning: βραδύς, χαῦνος H; cf. ἀργός μιλός, βραδύς and νωχέλεια .... μιλότης (-ώτις cod.) H; νωχελής ὁ μιλός, βραδύς, ἄχρηστος Η.
Derivatives: PN Μίλων (inscr.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Unexplained; cf. Latte Glotta 34, 191 f. Chantr. adduces 2. μῖλαξ. The variation λ\/λλ points to a Pre-Greek word. Fur. 226, 317 compares πτίλος who has an eye-disease whereby the (eye-)lashes fall out; not fully convincing