Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μνησίκακος

Revision as of 04:00, 10 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (1ba)
Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: μνησῐκᾰκος Medium diacritics: μνησίκακος Low diacritics: μνησίκακος Capitals: ΜΝΗΣΙΚΑΚΟΣ
Transliteration A: mnēsíkakos Transliteration B: mnēsikakos Transliteration C: mnisikakos Beta Code: mnhsi/kakos

English (LSJ)

ον,

   A bearing malice, revengeful, Arist.EN1125a3, Rh.1381b4, LXXPr.12.28.

German (Pape)

[Seite 195] des erlittenen Unrechts, angethaner Beleidigung eingedenk, Böses nachtragend, Arist. Eth. 4, 3 u. Sp., wie Plut. de defect. orac. 7.

Greek (Liddell-Scott)

μνησίκᾰκος: -ον, ὁ ἀπομνημονεύων τὰ κακὰ ἃ ἔπαθε παρά τινος, ἐκδικητικός, Ἀριστ. Ἠθικ. Νικ. 4. 3, 30, Ρητ. 2. 4, 17.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui conserve un ressentiment, qui garde rancune.
Étymologie: μνάομαι, κακόν.

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ μνησίκακος, -ον)
αυτός που διατηρεί στη μνήμη του κακό το οποίο κάποτε υπέστη και επιδιώκει να πάρει εκδίκηση, εκδικητικός («ἐν ὁδοῑς δικαιοσύνης ζωῆς, ὁδοὶ δὲ μνησικάκων εἰς θάνατον», Αριστοτ.). Επιρρ. μνησίκακα
με μνησίκακο τρόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μνησι-, σύνθ. του τύπου τερψίμβροτος (βλ. μιμνήσκω) + κακός].

Greek Monotonic

μνησίκᾰκος: -ον (κακόν), αυτός που θυμάται τις αδικίες που του έγιναν στο παρελθόν, εκδικητικός, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

μνησίκᾰκος: (ῐ) злопамятный или мстительный Arst., Plut.

Middle Liddell

μνησί-κᾰκος, ον κακόν
bearing malice, Arist.