Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μοιρολόγι

Revision as of 07:27, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (25)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

και μοιρολόι και μυρολόγι, το (Μ μοιρολόγιον και μοιρολόγιν και μοιρολόγι και μοιριολόγι και μοιριολόγι[ν]
1. θρηνητικό, λυπητερό άσμα που τραγουδιέται κατά την παράθεση ή την κηδεία νεκρού
2. μτφ. παράπονο με θρήνο για θλιβερό γεγονός, κλάψα
μσν.
1. ικεσία, παράκληση
2. φρ. α) «ἔρχομαι εἰς μοιρολόγια» — γίνομαι αξιοθρήνητος
β) «σηκώνω μοιρολόγι» ή «σταίνω μοιρολόγι» ή «σύρω μοιρολόγι» — αρχίζω να μοιραλογώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μνσ. μοιρολόγιον < μοιρολογώ. Ο τ. μοιρολόι < μοιρολόγι με σίγηση του ενδοφωνηεντικού -γ-, Η γραφή της λ. με -υ- οδηγεί σε διαφορετική ετυμολόγηση: μυρολόγι < μυρολογώ].