Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μολυβδίς

Revision as of 04:00, 10 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (1ba)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: μολυβδίς Medium diacritics: μολυβδίς Low diacritics: μολυβδίς Capitals: ΜΟΛΥΒΔΙΣ
Transliteration A: molybdís Transliteration B: molybdis Transliteration C: molyvdis Beta Code: molubdi/s

English (LSJ)

ίδος, ἡ,

   A = μολύβδαινα, leaden weight or sink of a net. μ. ὥστε δίκτυον κατέσπασεν S.Fr.840, cf. Pl.R.519b, Hierocl.in CA8p.432M.; piece of lead, IG22.1627.322 (pl.).    2 leaden ball or slingbullet, X.An.3.3.17, Arist.Cael.289a25, Plb.27.11.6.    3 plummet, Call.Fr.159.    4 weight of seven minae, Hsch.

German (Pape)

[Seite 200] ίδος, ἡ, Bleikugel, Bleimasse, Plat. Rep. VII, 519 a; zum Schleudern, Xen. An. 3, 3, 17; Pol. 27, 9, 6; Plut.

Greek (Liddell-Scott)

μολυβδίς: -ίδος, ἡ, ὡς τὸ μολύβδαινα, τὸ ἐκ μολύβδου βάρος τὸ καταβυθίζον τὸ δίκτυον, μ. ὥστε δίκτυον κατέσπασεν Σοφ. Ἀποσπ. 783, πρβλ. Πολ. 519Α· τεμάχιον μολύβδου, Ἀριστ. π. Οὐρ. 2. 7, 2. 2) σφαῖρα μολυβδίνη ἣν ἔρριπτον διὰ τῆς σφενδόνης, ἐκεῖναι γὰρ (δηλ. αἱ Περσικαὶ σφενδόναι) διὰ τὸ χειροπληθέσι τοῖς λίθοις σφενδονᾶν ἐπὶ βραχὺ ἐξικνοῦνται· οἱ δὲ Ρόδιοι καὶ ταῖς μολυβδίσιν ἐπίστανται χρῆσθαι Ξεν. Ἀν. 3. 3, 17, Πολύβ. 27. 9, 6. 3) στάθμη τῶν κτιστῶν, Καλλ Ἀποσπ. 159· - ὡσαύτως, βάρος τι ἰσοδυναμοῦν πρὸς ἑπτὰ μνᾶς, «μολυβδίς· στάθμιόν τι ἑπταμναῖον» Ἡσύχ.

French (Bailly abrégé)

ίδος (ἡ) :
1 masse de plomb;
2 balle de plomb.
Étymologie: μόλυβδος.

Greek Monolingual

μολυβδίς, -ίδος, ἡ (Α)
βλ. μολυβδίδα.

Greek Monotonic

μολυβδίς: -ίδος, ἡ, όπως το μολύβδαινα·
1. μολύβδινο βάρος που τοποθετείται στα ψαράδικα δίχτυα, ώστε αυτά να βουλιάζουν, σε Πλάτ.
2. μολύβδινη σφαίρα, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

μολυβδίς: ίδος ἡ (слова на μολυβδ- имеют v. l. μολιβδ-)
1) свинцовый груз, грузило Plat., Soph.;
2) воен. свинцовое ядро, кусок свинца: ταῖς μολυβδίσιν χρῆσθαι Xen. метать свинцовые ядра.

Middle Liddell

μολυβδίς, ίδος, ἡ,
1. a leaden weight on a net, Plat. like μολύβδαινα
2. a leaden ball, Xen. [from μόλυβδος