Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μύσχον

Revision as of 12:01, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (26)
Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
τὸ ἀνδρεῖον καὶ γυναικεῖον μόριον Hsch.
Étymologie: DELG cf. μυχός, μόσχος².

Greek Monolingual

μύσχον (Α)
(κατά τον Ησύχ.) «τὸ ἀνδρεῑον και γυναικεῑον μόριον».
[ΕΤΥΜΟΛ. < μύχ-σκον (πρβλ. μυχός). Κατ' άλλη άποψη, η λ. συνδέεται με μόσχος (ΙΙ) «είδος ζώου»].