Open main menu

LSJ β

μύσχον

Revision as of 12:01, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (26)

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
τὸ ἀνδρεῖον καὶ γυναικεῖον μόριον Hsch.
Étymologie: DELG cf. μυχός, μόσχος².

Greek Monolingual

μύσχον (Α)
(κατά τον Ησύχ.) «τὸ ἀνδρεῑον και γυναικεῑον μόριον».
[ΕΤΥΜΟΛ. < μύχ-σκον (πρβλ. μυχός). Κατ' άλλη άποψη, η λ. συνδέεται με μόσχος (ΙΙ) «είδος ζώου»].