Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νέον

Revision as of 14:00, 31 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "''' <b class="num">I</b>" to "'''<br /><b class="num">I</b>")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

English (Autenrieth)

see νέος.

Greek Monolingual

το
χημ.
1. στοιχείο που ανήκει στην ομάδα τών ευγενών αερίων και το οποίο περιέχεται στον ατμοσφαιρικό αέρα και αποχωρίζεται από αυτόν με διαδικασία υγροποίησης
2. φρ. «σωλήνας νέον»
(ηλεκτρολ.) γυάλινος σωλήνας ο οποίος περιέχει δύο ηλεκτρόδια και είναι γεμάτος από το χημικό αυτό στοιχείο υπό ελαττωμένη πίεση και καθίσταται φωτεινός με την εφαρμογή ορισμένης τάσης στα ηλεκτρόδιά του.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. neon < ουδ. του επιθ. νέος.

Russian (Dvoretsky)

νέον:
I τό Soph., Eur., Plat. = νεότης.
II или τὸ νέον adv. недавно, только что (τίς ὅδε ξεῖνος ν. εἰλήλουθε; Hom.): ὅστις ἂν ν. κρατῇ Aesch. тот, кто правит с недавнего времени; καὶ τὸ παλαιὸν καὶ τὸ ν. Her. как в давние времена, так и недавно.