Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νησί

Revision as of 11:57, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (27)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

το (ΑΜ νησίον, Μ και νησίν και νησσίν)
μεγάλο ή μικρό τμήμα ξηράς που περιβάλλεται από παντού από θάλασσα ή από μεγάλης έκτασης γλυκά νερά, λ.χ. λίμνης ή ποταμού («εφωνάξανε ώς τ' αστέρια / του Ιονίου και τα νησιά», Σολωμ.)
νεοελλ.
(ως τοπων.) τα Νησ(ι)ά
οι Κυκλάδες
αρχ.
νησίδα, μικρό νησί, νησάκι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. νησί < αρχ. νησίον, υποκορ. του νῆσος.