Open main menu

LSJ β

νοητάρχης

English (LSJ)

ου, ὁ, A ruler of the world of Intelligence, Iamb.Myst.8.2.

Greek Monolingual

νοητάρχης, ὁ (Α)
αυτός που κυβερνά τον κόσμο της νόησης, ο αρχηγός του νοητού κόσμου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νοητός + -άρχης) < ἄρχω)].