Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νωρίς

Revision as of 12:05, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (27)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

και ενωρίς
επίρρ.
1. προτού έλθει ή προτού περάσει ο καθορισμένος χρόνος, γρήγορα (α. «έφυγε νωρίς από τη δουλειά του» β. «είναι πολύ νωρίς ακόμη για να εμφανιστεί»)
2. έγκαιρα, πάνω στην ώρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίρρ. ενωρίς σχηματίστηκε από τη φρ. ἐν ὥρᾳ αρχικά ως ἐνωρί κατά το αρχ. ἀωρί και, στη συνέχεια, με κατάληξη -ς, κατά τα επιρρ. ἄχρις, μέχρις. Ο τ. νωρίς < ἐνωρίς με σίγηση του αρκτ. ε-].