Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νώνυμος

Revision as of 12:05, 26 February 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - " . ." to "…")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: νώνῠμος Medium diacritics: νώνυμος Low diacritics: νώνυμος Capitals: ΝΩΝΥΜΟΣ
Transliteration A: nṓnymos Transliteration B: nōnymos Transliteration C: nonymos Beta Code: nw/numos

English (LSJ)

in Ep.also νώνυμνος (so in a metrical epitaph, BCH36.230 (Rhodes, iii B. C.)), ον, (

   A n(è)-, ὄνυμα, ὄνομα) nameless, inglorious, νωνύμνους ἀπολέσθαι ἀπ' Ἄργεος Il.12.70 ; γενεήν γε θεοὶ νώνυμνον ὀπίσσω θῆκαν Od. 1.222, cf. 14.182, Hes.Op.154, Pi.O.10(11).51, A.Pers.1003 (lyr.), S.El.1084 (lyr.), Lyr.Adesp.123B.    2 unnamed, i.e. lacking ὄνομα, Democr.26.    II Act., not naming, Call.Aet.Oxy.2080.57 (nisi leg. οὐδεμιῇ… νωνυμνί (or νωνῠμ-νεί),

   A without being named) : c. gen., Σαπφοῦς νώνυμος without naming Sappho, i. e. without knowledge of her, AP7.17 (Tull. Laur.).

German (Pape)

[Seite 273] (νη – ὄνομα), namenlos, d. i. ruhmlos, unberühmt; Od. 13, 239. 14, 182 (vgl. auch das Vorige); auch Tragg., wie Aesch. Pers. 964; Soph. οὐδεὶς τῶν ἀγαθῶν εὔκλειαν αἰσχῦναι θέλει νώνυμος, El. 1073; – Tull. Laur. 3 (VII, 17) vrbdt οὐδέ τις ἔσται τῆς λυρικῆς Σαπφοῦς νώνυμος ἠέλιος, wird ohne den Namen der Sappho, ihrer uneingedenk sein.

Greek (Liddell-Scott)

νώνῠμος: -ον, (νη-, ὄνυμα, ὄνομα) μὴ ἔχων ὄνομα, ἀνώνυμος, ἄγνωστος, ἀκλεής, ἀφανής, ἄδοξος, ἄσημος, Ὀδ. Ν. 239., Ξ. 182 (πρβλ. νώνυμνος), Αἰσχύλ. Πέρσ. 1003, Σοφ. Ἠλ. 1084. ― Καθ’ Ἡσύχ.: «νώνυμος· ἀνώνυμος. δύσφημος. ὃν οὐκ ἄν τις εὔφημον εἴποι, ἀλλὰ δυστυχῆ». ΙΙ. μετὰ γεν., Σαπφοῦς νώνυμος, ὁ ἄνευ τοῦ ὀνόματος τῆς Σαπφοῦς, δηλ. χωρὶς τῆς γνώσεως αὐτῆς, Ἀνθ. Π. 7. 17.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
sans nom, sans gloire.
Étymologie: νη-, ὄνομα.

English (Autenrieth)

and νώνυμνος (νη-, ὄνομα): nameless, inglorious.

Greek Monolingual

νώνυμ(ν)ος, -ον (Α)
1. ανώνυμος, αφανής, άσημος («γενεήν γε θεοὶ νώνυμον ὀπίσσω θῆκαν», Ομ. Οδ.)
2. αυτός που δεν έχει όνομα, ανώνυμος
3. αυτός που αγνοεί το όνομα κάποιου («οὐδέ τις ἔσται τῆς λυρικῆς Σαπφοῡς νώνυμος ἠέλιος», Ανθ. Παλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. νώνυμος < στερητ. πρόθημα νη- + -ώνυμος (< όνυμα, αιολ. τ. του όνομα), πρβλ. αν-ώνυμος. Ο τ. νώνυμνος είναι επικός και χρησιμοποιείται όταν για μετρικούς λόγους η παραλήγουσα πρέπει να είναι μακρά (πρβλ. δίδυμοςδίδυμνος, απάλαμος—απάλαμνος). Το -ω-τών τ. οφείλεται σε έκταση λόγω συνθέσεως].

Greek Monotonic

νώνῠμος: -ον (νη-, ὄνυμα, Αιολ. αντί ὄνομα
I. ανώνυμος, άγνωστος, άσημος, άδοξος, σε Ομήρ. Οδ., Αισχύλ., Σοφ.
II. με γεν., Σαπφοῦς νώνυμος, αυτός που δεν έχει το όνομα της Σαπφούς, δηλ. δεν τη γνωρίζει, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

νώνῠμος:
1) неизвестный, безвестный Hom., Aesch., Soph.;
2) не ведающий, не знающий: οὐδέ τις ἔσται τῆς Σαπφοῦς ν. ἠέλιος Anth. и не будет такого дня, который не помнил бы о Сапфо.

Middle Liddell

νώνῠμος, ον, [νη-, ὄνυμα, aeolic for ὄνομα
I. nameless, unknown, inglorious, Od., Aesch., Soph.
II. c. gen., Σαπφοῦς νώνυμος without the name of Sappho, i. e. without knowledge of her, Anth.