Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξέσπασμα

Revision as of 12:06, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (27)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

το ξεσπώ
1. βίαιη και αιφνίδια εξωτερίκευση, έκρηξη συναισθημάτων
2. αιφνίδια έναρξη, ξαφνική εμφάνιση («το ξέσπασμα του κακού»)
2. μη ελεγχόμενη συμπεριφορά που οφείλεται σε αμηχανία ή έντονο συναίσθημα («στο ξέσπασμά του γίνεται αγνώριστος»).