Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξέσπασμα

Revision as of 12:06, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (27)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

το ξεσπώ
1. βίαιη και αιφνίδια εξωτερίκευση, έκρηξη συναισθημάτων
2. αιφνίδια έναρξη, ξαφνική εμφάνιση («το ξέσπασμα του κακού»)
2. μη ελεγχόμενη συμπεριφορά που οφείλεται σε αμηχανία ή έντονο συναίσθημα («στο ξέσπασμά του γίνεται αγνώριστος»).