Open main menu

LSJ β

ξεσκέπασμα

Greek Monolingual

το ξεσκεπάζω
1. η αφαίρεση του σκεπάσματος, του καλύμματος από ένα αντικείμενο
2. μτφ. αποκάλυψη, γνωστοποίηση.