Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξεσκέπασμα

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

το ξεσκεπάζω
1. η αφαίρεση του σκεπάσματος, του καλύμματος από ένα αντικείμενο
2. μτφ. αποκάλυψη, γνωστοποίηση.