Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξεσπώ

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

-άω και ξεσπάζω και ξεσπάνω
1. (ιδίως για υγρό)
σπάζω το εμπόδιο που μέ συγκρατεί και χύνομαι με ορμή
2. μτφ. εξωτερικεύω τα συναισθήματά μου με βίαιο ή απότομο τρόπο, εκδηλώνομαι ορμητικά, βίαια, ραγδαία
3. ξεθυμαίνω, ικανοποιώ την οργή μου («θα ξεσπάσω σε σένα»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἐξ-έσπασα (βλ. και λ. ξε), αόρ. του ρ. ἐκ-σπῶ].