Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξεστομίζω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

και ξεστομώ, -άω
(συν. σχετικά με απρεπή λόγια) βγάζω από το στόμα μου, εκστομίζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἐκ-στομίζω (αόρ. ἐξ-εστόμισα) βλ. λ. ξ(ε)-].