Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξεχώρισμα

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

το ξεχωρίζω
1. τοποθέτηση σε χωριστή, διαφορετική θέση
2. ιδιαίτερη προτίμηση, διάκριση
3. το να φαίνεται, να διακρίνεται κάτι καθαρά
4. υπεροχή έναντι άλλων.