Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "ξυληγός"

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
(27)
(5)
Line 18: Line 18:
 
{{grml
 
{{grml
 
|mltxt=[[ξυληγός]], -όν (Α)<br />αυτός που μεταφέρει ξύλα.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> [[ξύλον]] <span style="color: red;">+</span> -<i>ηγός</i> (<span style="color: red;"><</span> <i>ἄγω</i>), <b>πρβλ.</b> <i>πλο</i>-<i>ηγός</i>. Το -<i>η</i>- του τ. οφείλεται σε [[έκταση]] εν συνθέσει].
 
|mltxt=[[ξυληγός]], -όν (Α)<br />αυτός που μεταφέρει ξύλα.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> [[ξύλον]] <span style="color: red;">+</span> -<i>ηγός</i> (<span style="color: red;"><</span> <i>ἄγω</i>), <b>πρβλ.</b> <i>πλο</i>-<i>ηγός</i>. Το -<i>η</i>- του τ. οφείλεται σε [[έκταση]] εν συνθέσει].
 +
}}
 +
{{lsm
 +
|lsmtext='''ξῠληγός:''' -όν ([[ἄγω]]), αυτός που μεταφέρει, κουβαλά ξύλα.
 
}}
 
}}

Revision as of 00:32, 31 December 2018

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ξῠληγός Medium diacritics: ξυληγός Low diacritics: ξυληγός Capitals: ΞΥΛΗΓΟΣ
Transliteration A: xylēgós Transliteration B: xylēgos Transliteration C: ksyligos Beta Code: culhgo/s

English (LSJ)

όν, (ἄγω)

   A for carrying wood, σκάφη BGU1157.8 (i B. C.), cf. Poll.7.130.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 280] Holz führend, tragend, Poll. 7, 130.

Greek (Liddell-Scott)

ξῠληγός: -όν, (ἄγω) ὁ φέρων, μεταφέρων ξύλα, Πολυδ. Ζ΄, 130.

Greek Monolingual

ξυληγός, -όν (Α)
αυτός που μεταφέρει ξύλα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξύλον + -ηγός (< ἄγω), πρβλ. πλο-ηγός. Το -η- του τ. οφείλεται σε έκταση εν συνθέσει].

Greek Monotonic

ξῠληγός: -όν (ἄγω), αυτός που μεταφέρει, κουβαλά ξύλα.