Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οδηγώ

Revision as of 12:06, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (28)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

-άω και -έω (ΑΜ οδηγῶ, -έω) οδηγός
1. εκτελώ έργο οδηγού, προπορεύομαι και δείχνω τον δρόμο σε κάποιον, κατευθύνω
2. υποδεικνύω τον σωστό τρόπο ενέργειας ή συμπεριφοράς, καθοδηγώ («οδηγεί τους νέους στην αρετή»)
νεοελλ.
1. είμαι οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος
2. καταλήγω, απολήγω, φέρω ή φτάνω κάπου (α. «οι κακοί χειρισμοί οδήγησαν την οικονομία μας στο χείλος της καταστροφής» β. «οδηγήθηκε στο έγκλημα από το πάθος του για το χρήμα»
3. χρησιμεύω στη διαμόρφωση γνώμης γύρω από ένα θέμα ή για την επίλυση ενός ζητήματος (α. «η ανάλυση του αίματος θα οδηγήσει στον καθορισμό της θεραπείας που θα ακολουθήσει» β. «το πόρισμα της ανάκρισης θα μάς οδηγήσει στις περαιτέρω ενέργειες»
αρχ.
μτφ. διδάσκω.