Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οικειότητα

Revision as of 12:07, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (28)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η (ΑΜ οἰκειότης, Α ιων. τ. οἰκηϊότης) οικείος
ύπαρξη στενού συνδέσμου, εγκαρδιότητας στις ανθρώπινες σχέσεις, στενή φιλία, φιλικές και εγκάρδιες σχέσεις
νεοελλ.
γνώση ενός αντικειμένου, εξοικείωση
αρχ.
1. ύπαρξη συγγενικών δεσμών μεταξύ προσώπων
2. γαμική συμβίωση, γάμος
3. προσαρμογή στη φύση ή στο περιβάλλον
4. σύνθεση ή διαμόρφωση ιδεών
5. (σχετικά με αφηρημένα πράγματα) σχέση συνάφειας («οἰκειότητος ἀλλήλων τῶν μαθημάτων καὶ τῆς τοῦ ὄντος φύσεως», Πλάτ.)
6. γραμμ. (για λέξη ή για φράση) χρήση της κυριολεκτικής σημασίας, σε αντιδιαστολή προς τη μεταφορά («τὰ μὲν μεταφοραῑς, τὰ δ' οἰκειότησιν ἄλλαις γνώριμα... μηχανησάμενος», Πλούτ.)
7. στον πληθ. αἱ οἰκειότητες
φιλικές σχέσεις.