Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οικειότητα

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα -> Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10

Greek Monolingual

η (ΑΜ οἰκειότης, Α ιων. τ. οἰκηϊότης) οικείος
ύπαρξη στενού συνδέσμου, εγκαρδιότητας στις ανθρώπινες σχέσεις, στενή φιλία, φιλικές και εγκάρδιες σχέσεις
νεοελλ.
γνώση ενός αντικειμένου, εξοικείωση
αρχ.
1. ύπαρξη συγγενικών δεσμών μεταξύ προσώπων
2. γαμική συμβίωση, γάμος
3. προσαρμογή στη φύση ή στο περιβάλλον
4. σύνθεση ή διαμόρφωση ιδεών
5. (σχετικά με αφηρημένα πράγματα) σχέση συνάφειας («οἰκειότητος ἀλλήλων τῶν μαθημάτων καὶ τῆς τοῦ ὄντος φύσεως», Πλάτ.)
6. γραμμ. (για λέξη ή για φράση) χρήση της κυριολεκτικής σημασίας, σε αντιδιαστολή προς τη μεταφορά («τὰ μὲν μεταφοραῑς, τὰ δ' οἰκειότησιν ἄλλαις γνώριμα... μηχανησάμενος», Πλούτ.)
7. στον πληθ. αἱ οἰκειότητες
φιλικές σχέσεις.