Open main menu

LSJ β

ολόγυρος

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ ὁλόγυρος, -ον)
στρογγυλός, κυκλοτερής, κυκλικός.
επίρρ...
ολόγυρα και ολόυρα (Α ὁλογύρως)
γύρω γύρω, από όλα τα μέρη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὁλ(ο)- + γύρος].