Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ομοιόχρονος

Revision as of 12:09, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (28)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ὁμοιόχρονος, -ον)
1. αυτός που έχει ίση διάρκεια, ισόχρονος
2. (ειδ. στην προσωδία) αυτός που έχει ίσο χρόνο προφοράς, που έχει την ίδια προσωδία, που διαρκεί το ίδιο στην προφορά με έναν άλλο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομοι(ο)- + χρόνος (πρβλ. ετερό-χρονος)].