Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οξύθυμος

Revision as of 12:10, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (29)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ὀξύθυμος, -ον)
αυτός που οργίζεται εύκολα, ευερέθιστος, αψίθυμος
αρχ.
1. (ως προσωνυμία του Αρείου Πάγου) γρήγορος και αυστηρός τιμωρός
2. το ουδ. ως ουσ. τo ὀξυθυμον
α) η ιδιότητα του οξύθυμου, οξυθυμία, ευθιξία
β) είδος του φυτού θύμος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < οξυ- + θυμός (πρβλ. εύθυμος)].