Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οργώνω

Revision as of 12:10, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (29)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

σκάβω τη γη με το αλέτρι, αροτριώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < οργή + κατάλ. -ώνω. Το ρ. έχει τη σημ. τών αρχ. ὀργῶ «αρδεύομαι καλά για παραγωγή καρπού» και ὀργάς «γη που καλλιεργείται και ποτίζεται τακτικά, εύφορος αγρός». Κατ' άλλη άποψη, το ρ. οργώνω έχει προέλθει με αφομοιωτική τροπή του αρκτικού ε- σε ο- από αμάρτυρο αρχικό τ. εργ-ώνω < ἔργον. Η τελευταία άποψη οφείλεται πιθ. σε παρετυμολογική σύνδεση του ρήματος με την οικογένεια του έργο (βλ. και λ. οργάς, οργή)].