Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οἰακονόμος

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: οἰᾱκονόμος Medium diacritics: οἰακονόμος Low diacritics: οιακονόμος Capitals: ΟΙΑΚΟΝΟΜΟΣ
Transliteration A: oiakonómos Transliteration B: oiakonomos Transliteration C: oiakonomos Beta Code: oi)akono/mos

English (LSJ)

ὁ,

   A helmsman : metaph., pilot, ruler, A.Pr.149(lyr.).

Greek (Liddell-Scott)

οἰᾱκονόμος: ὁ, πηδαλιοῦχος· μεταφ. κυβερνήτης, διοικητής, Αἰσχύλ. Πρ. 149.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui dirige le gouvernail, pilote.
Étymologie: οἴαξ, νέμω.

Greek Monolingual

ο (Α οἰακονόμος)
νεοελλ.
ναυτ. αξιωματικός ή υπαξιωματικός προϊστάμενος τών οιακιστών ενός σκάφους
αρχ.
1. πηδαλιούχος, οίακιστής
2. (κατ' επέκτ.) διοικητής, κυβερνήτης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < οἴαξ, -ακος «πηδάλιο» + -νόμος].

Greek Monotonic

οἰᾱκονόμος: ὁ (νέμω), τιμονιέρης, πηδαλιούχος· μεταφ., καθοδηγητής, κυβερνήτης, διοικητής, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

οἰᾱκονόμος: ὁ кормчий Aesch.

Middle Liddell

οἰᾱκο-νόμος, ὁ, νέμω
a helmsman: metaph. a pilot, ruler, Aesch.