Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "οἱ"

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
(5)
(3b)
Line 7: Line 7:
 
{{lsm
 
{{lsm
 
|lsmtext='''οἱ:''' ονομ. πληθ. του αρσ. άρθρου <i>ὁ</i>· <b>I.οἵ</b>, ονομ. πληθ. της αναφορ. αντων. <i>ὅς</i>.
 
|lsmtext='''οἱ:''' ονομ. πληθ. του αρσ. άρθρου <i>ὁ</i>· <b>I.οἵ</b>, ονομ. πληθ. της αναφορ. αντων. <i>ὅς</i>.
 +
}}
 +
{{elru
 +
|elrutext='''οἱ:''' перед энкл. οἵ pl. к ὁ.
 
}}
 
}}

Revision as of 00:48, 1 January 2019

Greek (Liddell-Scott)

οἱ: γλουτoὶ νὰ ἐπερείδωνται ἐπὶ τῶν πτερνῶν, Ὀππ. Κυν. 3. 473· ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ, Στράβ. 163, Ἡσύχ.

French (Bailly abrégé)

ou dev. un enclit. οἵ;
plur. masc. de l’art. ὁ, ἡ, τό.

Greek Monotonic

οἱ: ονομ. πληθ. του αρσ. άρθρου · I.οἵ, ονομ. πληθ. της αναφορ. αντων. ὅς.

Russian (Dvoretsky)

οἱ: перед энкл. οἵ pl. к ὁ.