Open main menu

LSJ β

πανωφόρι

Greek Monolingual

το
ρούχο ανδρικό ή γυναικείο με μανίκια, που φοριέται πάνω από όλα τα άλλα ρούχα για προφύλαξη από το κρύο, ο επενδύτης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επανωφόρι(ον) με σίγηση του αρκτικού ε-].