Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παράδοση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η / παράδοσις, -όσεως, ΝΜΑ παραδίδω
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του παραδίδω, η απόδοση (α. «έγινε η παράδοση του εμπορεύματος» β. «η παράδοση του ταμείου» γ. «ἡ παράδοσις τῶν χρημάτων», Αριστοτ.)
2. η παραχώρηση, η μεταβίβαση της εξουσίας κυρίως στον νόμιμο διάδοχο (α. «η παράδοση της προεδρίας» β. «ἡ παράδοσις τῆς βασιλείας», Πλούτ.)
3. η διά μέσου τών γενεών μετάδοση στους μεταγενεστέρους, προφορικώς κυρίως αλλά και γραπτώς, ηθών, εθίμων, δοξασιών, διδαχών κ.λπ. («διδασκαλία καὶ παράδοσις λεγέσθω τίνα τρόπον χρὴ πράττειν ἕκαστα», Πλάτ.)
4. το σύνολο τών από στόματος σε στόμα και από γενεάς σε γενεά διασωθέντων μέχρι σήμερα ηθών και εθίμων
5. η διδασκαλία, η μετάδοση γνώσεων («οι παραδόσεις του καθηγητή θα αρχίσουν την επόμενη εβδομάδα»)
6. η αναγνώριση της ήττας και η υποταγή στον εχθρό, η υποδούλωση («[πόλεις] εἰληφότας... τὰς μὲν κατὰ κράτος τὰς δὲ ἐκ παραδόσεως», Πολ.)
νεοελλ.
1. στον πληθ. οι παραδόσεις
μυθικές διηγήσεις που πλάθονται από τον λαό και συνδέονται με ορισμένα φυσικά φαινόμενα, τόπους και πρόσωπα και οι οποίες πιστεύονται ως αληθινές
2. φρ. «ιερά παράδοση» — η μία από τις δύο πηγές της χριστιανικής θρησκείας η οποία, μαζί με την Αγία Γραφή, αποτελεί το βάθρο της χριστιανικής διδασκαλίας και η οποία περιλαμβάνει διδάγματα του Ιησού και τών αποστόλων
αρχ.
η υπαγωγή ενός ατόμου σε κάποιον εντεταλμένο για τιμωρία.